Πανδοχέας ήταν μια γυναίκα, με μαλλιά κάτασπρα σαν του Θομ και βλέμμα κοφτερό, που μελέτησε και τον Λόιαλ και τον Ραντ. Δεν ήταν Καιρχινή, όπως έδειχνε το σκούρο δέρμα της και η μιλιά της. «Ο Θομ Μέριλιν; Ναι, έχει ένα δωμάτιο. Ανέβα τα σκαλιά, πρώτη πόρτα δεξιά. Μάλλον η Ντένα θα σε αφήσει να τον περιμένεις εκεί» —κοίταξε το κόκκινο πανωφόρι του Ραντ, με τους ερωδιούς στο ψηλό κολάρο και τα χρυσοκέντητα φύλλα στα μανίκια— «Άρχοντά μου».
Τα σκαλιά έτριζαν κάτω από τις μπότες του Ραντ και διαμαρτύρονταν στο πέρασμα του Λόιαλ. Ο Ραντ δεν ήξερε να πει, αν το κτίριο θα άντεχε πολύ ακόμα. Βρήκε την πόρτα και χτύπησε, ενώ αναρωτιόταν ποια ήταν η Ντένα.
«Μπες», είπε μια γυναικεία φωνή. «Δεν μπορώ να ανοίξω».
Ο Ραντ άνοιξε την πόρτα διστακτικά και έχωσε μέσα το κεφάλι. Ένα μεγάλο, άστρωτο κρεβάτι ήταν κολλημένο σ’ έναν τοίχο, και τον υπόλοιπο χώρο τον καταλάμβαναν δυο ντουλάπες, αρκετά σεντούκια και κιβώτια με μπρούτζινη ενίσχυση, ένα τραπέζι και δύο ξύλινες καρέκλες. Η λεπτή γυναίκα, που καθόταν σταυροπόδι στο κρεβάτι με τα φουστάνια χωμένα κάτω από το σώμα της, είχε στον αέρα έξι χρωματιστές μπάλες, που γυρνούσαν σε κύκλο ανάμεσα στα χέρια της.
«Ό,τι κι αν είναι», είπε, κοιτάζοντας τα μπαλάκια, «αφήστε το στο τραπέζι. Ο Θομ θα πληρώσει, όταν γυρίσει».
«Είσαι η Ντένα;» ρώτησε ο Ραντ.
Εκείνη άρπαζε τα μπαλάκια από τον αέρα και γύρισε για να τον δει. Ήταν μόνο μερικά χρόνια μεγαλύτερή του, όμορφη, με απαλό δέρμα σαν των Καιρχινών και μελαχρινά μαλλιά, που έπεφταν λυτά στους ώμους της. «Δεν σε ξέρω. Το δωμάτιο είναι δικό μου, δικό μου και του Θομ Μέριλιν».
«Η πανδοχέας είπε ότι ίσως μας αφήσεις να περιμένουμε εδώ τον Θομ», είπε ο Ραντ. «Αν είσαι η Ντένα».
«Να ‘σας’ αφήσω;» Ο Ραντ μπήκε στο δωμάτιο για μπορέσει ο Ογκιρανός να μπει, σκύβοντας για να περάσει την πόρτα, και η γυναίκα ύψωσε τα φρύδια. «Άρα οι Ογκιρανοί ξαναγύρισαν. Είμαι η Ντένα. Τι θέλεις;» Κοίταξε το πανωφόρι του Ραντ, με τέτοιο ύφος που σίγουρα είχε αποφύγει σκοπίμως να προσθέσει το «Άρχοντά μου», αν και ξανασήκωσε τα φρύδια, βλέποντας τους ερωδιούς στο θηκάρι και στη λαβή του ξίφους.
Ο Ραντ ύψωσε το μπόγο που κουβαλούσε. «Ξανάφερα στον Θομ την άρπα και το φλάουτό του. Και θέλω να τον επισκεφθώ», πρόσθεσε βιαστικά· η γυναίκα φαινόταν ότι θα του έλεγε να τα αφήσει εκεί. «Έχω πολύ καιρό να τον δω».
Εκείνη κοίταξε το δέμα. «Ο Θομ όλο παραπονιέται ότι έχασε το καλύτερο φλάουτο και την καλύτερη άρπα που είχε ποτέ του. Με τόση γκρίνια, θα ’λεγε κανείς ότι ήταν μουσικός της αυλής. Πολύ καλά. Μπορείτε να περιμένετε, αλλά εγώ πρέπει να εξασκηθώ. Ο Θομ λέει ότι την άλλη βδομάδα θα με αφήσει να δώσω παράσταση στις αίθουσες» Σηκώθηκε με χάρη και πήρε μια καρέκλα, κάνοντας στον Λόιαλ νόημα να καθίσει στο κρεβάτι. «Αν έσπαζες μια καρέκλα, η Ζέρα θα έβαζε τον Θομ να πληρώσει για έξι, φίλε Ογκιρανέ».
Ο Ραντ είπε τα ονόματά τους, ενώ καθόταν στην άλλη άδεια καρέκλα —ακόμα και με το δικό του βάρος, ακούστηκε ένας ανησυχητικός τριγμός— και ρώτησε με αμφιβολία, «Είσαι μαθητευόμενη του Θομ;»
Η Ντένα άφησε ένα χαμογελάκι. «Πες το κι έτσι». Είχε ξαναρχίσει να εξασκείται και το βλέμμα της ήταν στραμμένο στα μπαλάκια που στριφογύριζαν.
«Πρώτη φορά ακούω για γυναίκα βάρδο», είπε ο Λόιαλ.
«Θα είμαι η πρώτη». Ο ένας μεγάλος κύκλος μεταμορφώθηκε σε δύο μικρότερους που διασταυρώνονταν. «Δεν θα σταματήσω, αν δεν δω ολόκληρο τον κόσμο. Ο Θομ λέει ότι, όταν βρούμε τα λεφτά, θα κατέβουμε στο Δάκρυ». Άρχισε να παίζει τρία μπαλάκια στο κάθε χέρι. «Και ίσως μετά πάμε στα νησιά των Θαλασσινών. Οι Άθα’αν Μιέρε πληρώνουν καλά τους βάρδους».
Ο Ραντ κοίταξε το δωμάτιο, με τα τόσα σεντούκια και κιβώτια. Δεν έμοιαζε με δωμάτιο κάποιου που σκόπευε να φύγει σύντομα. Υπήρχε μάλιστα ένα λουλούδι σε μια γλάστρα στο περβάζι. Η ματιά του έπεσε στο ένα και μοναδικό, μεγάλο κρεβάτι, όπου καθόταν ο Λόιαλ. Το δωμάτιο είναι δικό μου, δικό μου και του Θομ Μέριλιν. Η Ντένα τον κοίταξε αγέρωχα μέσα από το μεγάλο κύκλο που είχε σχηματίσει. Ο Ραντ κοκκίνισε.
Ξερόβηξε. «Ίσως θα ’πρεπε να περιμένουμε κάτω», άρχισε να λέει, όταν η πόρτα άνοιξε και μπήκε μέσα ο Θομ, με το μανδύα του να ανεμίζει γύρω από τους αστραγάλους του και τα μπαλώματα να πεταρίζουν. Στην πλάτη του κρεμόταν μια άρπα και ένα φλάουτο σε θήκες από κοκκινωπό ξύλο, που γυάλιζε από τη συχνή χρήση.
Η Ντένα εξαφάνισε τα μπαλάκια στο φόρεμά της και έτρεξε για να αγκαλιάσει τον Θομ, ρίχνοντας τα χέρια πάνω από τους ώμους του, πατώντας στις μύτες των ποδιών της για να τον φτάσει. «Μου έλειψες», του είπε, και τον φίλησε.