Το φιλί συνεχίστηκε αρκετή ώρα, τόσο που ο Ραντ άρχισε να αναρωτιέται μήπως έπρεπε να φύγουν αυτός και ο Λόιαλ, αλλά η Ντένα αναστέναξε και οι φτέρνες της άγγιξαν το έδαφος.
«Ξέρεις τι πήγε κι έκανε πάλι εκείνος ο άμυαλος ο Σήγκαν;» είπε ο Θομ, κοιτάζοντάς την. «Πήρε μια συμμορία καθαρμάτων, που αυτοαποκαλούνται «ηθοποιοί». Τριγυρνούν παριστάνοντας ότι είναι ο Ρογκός ο Γερακομάτης, η Μπλάες, και ο Γκάινταλ Κέιν, και... Ααα! Κρεμάνε ένα κομμάτι μπογιατισμένο μουσαμά πίσω τους, δήθεν να κάνει τους θεατές να πιστέψουν ότι αυτοί οι βλάκες είναι στην Αίθουσα Μάτουτσιν, ή στα ψηλά περάσματα στα Όρη του Χαμμού. Εγώ όμως κάνω τον ακροατή να δει το κάθε λάβαρο, να μυρίσει κάθε μάχη, να νιώσει κάθε συναίσθημα. Τον κάνω να πιστέψει ότι ο ίδιος είναι ο Γκάινταλ Κέιν. Αν ο Σήγκαν βγάλει αυτό το τσούρμο μετά από μένα, ο κόσμος θα του κάνει την αίθουσα φύλλο και φτερό».
«Θομ, έχουμε επισκέπτες. Ο Λόιαλ, ο γιος του Άρεντ, του γιου του Χάλαν. Α, κι ένα αγόρι που λέει ότι τ’ όνομά του είναι Ραντ αλ’Θορ».
Ο Θομ κοίταξε πάνω από το κεφάλι της τον Ραντ, κι έσμιξε τα φρύδια. «Άφησέ μας για λίγο, Ντένα. Να». Της έβαλε στο χέρι μερικά ασημένια νομίσματα. «Τα μαχαίρια σου είναι έτοιμα. Δεν πας να πληρώσεις τον Ίβον;» Χάιδεψε το απαλό μάγουλο της με το ροζιασμένο δάχτυλό του. «Πήγαινε. Θα σου το ανταποδώσω».
Εκείνη του έριζε ένα σκοτεινό βλέμμα, αλλά έριξε το μανδύα στους ώμους της, μουρμουρίζοντας, «Ελπίζω ο Ίβον να τα έκανε να ισορροπούν σωστά».
«Κάποια μέρα θα γίνει μουσικός», είπε ο Θομ με μια νότα περηφάνιας, όταν η Ντένα έφυγε. «Ακούει μια ιστορία μια φορά —μια φορά μόνο, προσέξτε!— και τη μαθαίνει αμέσως, όχι μόνο τα λόγια, αλλά και τον τόνο, το ρυθμό. Είναι καλή στην άρπα, και την πρώτη φορά που έπαιξε φλάουτο ήταν καλύτερη από σένα, κι ας έκανες μαθήματα». Ακούμπησε τις ξύλινες θήκες των οργάνων πάνω σε ένα από τα μεγάλα σεντούκια και μετά σωριάστηκε στην καρέκλα που είχε αφήσει η Ντένα. «Όταν πέρασα από το Κάεμλυν, όπως ερχόμουν εδώ, ο Μπέηζελ Γκιλ μου είπε ότι είχες φύγει παρέα μ’ έναν Ογκιρανό. Μεταξύ άλλων». Υποκλίθηκε στον Λόιαλ, καταφέρνοντας να ανεμίσει μεγαλοπρεπώς το μανδύα, παρά το ότι καθόταν πάνω του. «Χαίρομαι για τη γνωριμία, Λόιαλ, γιε του Άρεντ, του γιου του Χάλαν».
«Κι εγώ που γνωρίζω εσένα, Θομ Μέριλιν». Ο Λόιαλ σηκώθηκε για να υποκλιθεί με τη σειρά του· όταν όρθωσε το κορμί, το κεφάλι του άγγιξε σχεδόν το ταβάνι, και γρήγορα ξανακάθισε. «Η νεαρή είπε ότι θέλει να γίνει βάρδος».
Ο Θομ κούνησε το κεφάλι απαξιωτικά. «Δεν είναι αυτή ζωή για γυναίκα. Δεν είναι ζωή ούτε και για άνδρα, δηλαδή. Να περιπλανιέσαι από πόλη σε πόλη, από χωριό σε χωριό, να αναρωτιέσαι τι θα δοκιμάσουν για να σε κλέψουν αυτή τη φορά, τις μισές φορές να μην ξέρεις πού θα βρεις να φας. Όχι, θα τη μεταπείσω. Θα φτάσει να γίνει Μουσικός της Αυλής, σε κάποιον βασιλιά ή βασίλισσα. Αααα! Δεν ήρθες ως εδώ για να μιλήσουμε για τη Ντένα. Τα όργανά μου, μικρέ. Τα έφερες;»
Ο Ραντ έσπρωξε το δέμα στο τραπέζι. Ο Θομ το έλυσε βιαστικά —ανοιγόκλεισε τα μάτια, όταν είδε ότι ήταν ο παλιός μανδύας του, όλος σκεπασμένος από πολύχρωμα μπαλώματα σαν αυτόν που φορούσε— και άνοιξε τη σκληρή δερμάτινη θήκη και κοίταξε νεύοντας το χρυσό και ασημένιο φλάουτο που αναπαυόταν εκεί.
«Μ’ αυτό έβγαλα φαΐ και στέγη όταν χωριστήκαμε», είπε ο Ραντ.
«Το ξέρω», απάντησε ξερά ο βάρδος. «Σταμάτησα σε μερικά πανδοχεία που είχες περάσει, αλλά αναγκάστηκα να βολευτώ με ταχυδακτυλουργικά και με μερικές απλές ιστορίες, αφού εσύ είχες την — Δεν πιστεύω να άγγιζες την άρπα;» Άνοιξε και την άλλη θήκη, πάλι από σκληρό δέρμα, έβγαλε μια χρυσή και ασημένια άρπα, περίτεχνα στολισμένη σαν το φλάουτο, και την αγκάλιασε σαν μωρό. «Έχεις αδέξια δάχτυλα, δάχτυλα βοσκού, που δεν κάνουν για άρπα».
«Δεν την άγγιξα», τον καθησύχασε ο Ραντ.
Ο Θομ έπαιξε δύο χορδές, μορφάζοντας. «Τουλάχιστον ας την κούρδιζες», μουρμούρισε.
Ο Ραντ έγειρε προς το μέρος του, γέρνοντας πάνω από το τραπέζι. «Θομ, ήθελες να πας στο Ίλιαν, να δεις το Μεγάλο Κυνήγι να ξεκινά, και να είσαι από τους πρώτους που θα κάνουν καινούργιες ιστορίες γι’ αυτό, αλλά δεν μπορούσες. Τι θα σκεφτόσουν, αν σου έλεγα ότι μπορείς να παίξεις ρόλο σ’ αυτό; Μεγάλο ρόλο;»
Ο Λόιαλ σάλεψε ανήσυχα. «Ραντ, είσαι βέβαιος...;» Ο Ραντ του έκανε νόημα να σωπάσει, με το βλέμμα στον Θομ.
Ο Θομ έριξε μια ματιά στον Ογκιρανό και έσμιξε τα φρύδια. «Εξαρτάται από το τι ρόλος θα είναι, και το πώς. Αν έχεις λόγους να πιστεύεις ότι ένας από τους Κυνηγούς έρχεται από δω... Φαντάζομαι πως θα έχουν φύγει από το Ίλιαν, αλλά για να φτάσει εδώ θα κάνει βδομάδες, ακόμα κι αν πάρει το άλογο και τραβήξει ευθεία, και γιατί κάποιος να κάνει τέτοιο πράγμα; Είναι από κείνους που δεν πήγαν στο Ίλιαν; Δεν θα μπει στις ιστορίες, αν δεν έχει την ευλογία, ό,τι κι αν κάνει».