«Ο ανιψιός σου μπορούσε να διαβιβάζει, ε; Μου είπες ότι αυτός ήταν ο λόγος που ο ανιψιός σου είχε μπλεξίματα με το Λευκό Πύργο και δεν βρέθηκε κανείς να τον βοηθήσει. Μόνο ένας λόγος υπάρχει για να μπλέξει κάποιος άνδρας με τις Άες Σεντάι».
Ο Θομ κοίταξε το τραπέζι, σουφρώνοντας τα χείλη. «Μάλλον δεν υπάρχει λόγος να το αρνηθώ. Αντιλαμβάνεσαι, αν είσαι άνδρας, δεν λες ότι είχες άνδρα συγγενή που μπορούσε να διαβιβάσει. Αααα! Το Κόκκινο Άτζα δεν έδωσε του Όγουυν ούτε μια ευκαιρία. Τον ειρήνεψαν, και ύστερα πέθανε. Έχασε την επιθυμία να ζήσει...» Αναστέναξε θλιμμένα.
Ο Ραντ ανατρίχιασε. Γιατί δεν μου το έκανε αυτό η Μουαραίν; «Μια ευκαιρία, Θομ; Εννοείς ότι υπήρχε τρόπος να το αντιμετωπίσει; Να μην τρελαθεί; Να μην πεθάνει;»
«Ο Όγουυν το κρατούσε μακριά του σχεδόν τρία χρόνια. Ποτέ δεν έβλαψε κανέναν. Δεν χρησιμοποιούσε τη Δύναμη, παρά μόνο όταν έπρεπε, κατ μόνο για να βοηθήσει το χωριό. Ο...» Ο Θομ σήκωσε τα χέρια ψηλά. «Φαντάζομαι πως δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Οι άνθρωποι στο μέρος που ζούσε μου είπαν ότι όλη την τελευταία χρονιά φερόταν παράξενα. Δεν ήθελαν να μιλήσουν γι’ αυτό, και παραλίγο θα με έπαιρναν με τις πέτρες, όταν έμαθαν ότι ήμουν θείος του. Φαντάζομαι ότι του σάλευε. Αλλά ήταν αίμα μου, μικρέ. Λεν θα αγαπήσω τις Άες Σεντάι γι’ αυτό που του έκαναν, ακόμα κι αν ήταν αναγκασμένες. Αν η Μουαραίν σε άφησε να φύγεις, τότε μια χαρά ξεμπέρδεψες».
Ο Ραντ έμεινε σιωπηλός για λίγο. Βλάκα! Και βέβαια δεν υπάρχει τρόπος να το αντιμετωπίσεις. Ό,τι κι αν κάνεις, θα τρελαθείς και θα πεθάνεις. Αλλά ο Μπα’άλζαμον είπε — «Όχι!» Κοκκίνισε μπροστά στο εξεταστικό βλέμμα του Θομ. «Θέλω να πω... ξεμπέρδεψα, Θομ. Αλλά ακόμα έχω το Κέρας του Βαλίρ. Σκέψου το, Θομ. Το Κέρας του Βαλίρ. Ίσως άλλοι βάρδοι να λένε ιστορίες γι’ αυτό, αλλά εσύ μπορείς να πεις ότι το είχες στα χέρια σου». Κατάλαβε ότι μιλούσε σαν τη Σελήνη, αλλά αυτό μόνο τον έκανε να αναρωτηθεί πού να ήταν εκείνη. «Απ’ όλους πιο πολύ θα προτιμούσα να είχα εσένα μαζί μας, Θομ».
Ο Θομ έσμιξε τα φρύδια, σαν να το συλλογιζόταν, αλλά στο τέλος κούνησε το κεφάλι αποφασιστικά. «Μικρέ, σε συμπαθώ, αλλά ξέρεις πολύ καλά ότι την άλλη φορά σε βοήθησα μόνο επειδή ήταν στη μέση μια Άες Σεντάι. Ο Σήγκαν συνήθως δεν προσπαθεί να με κλέψει, και, αν υπολογίσεις και το Δώρο του Βασιλιά, δεν θα έβγαζα τέτοια λεφτά στα χωριουδάκια. Προς πολύ μεγάλη μου έκπληξη, η Ντένα φαίνεται να μ’ αγαπά, και —κάτι εξίσου εκπληκτικό— ανταποδίδω το συναίσθημα. Γιατί λοιπόν να τα παρατήσω όλα αυτά και να τρέχω να με κυνηγάνε Σκοτεινόφιλοι και Τρόλοκ; Για το Κέρας του Βαλίρ; Ε, είναι πειρασμός, το παραδέχομαι, αλλά όχι. Όχι, δεν πρόκειται να ανακατευτώ ξανά σε τέτοια πράγματα».
Έγειρε για να πιάσει μια ξύλινη θήκη, που ήταν μακριά και στενή. Όταν την άνοιξε, φάνηκε ένα φλάουτο, απλά φτιαγμένο, αλλά στολισμένο με ασήμι. Την ξανάκλεισε και την έσπρωξε στο τραπέζι. «Ίσως χρειαστείς κάποια μέρα να βγάλεις το ψωμί σου, μικρέ».
«Δεν είναι απίθανο», είπε ο Ραντ. Τουλάχιστον μπορούμε να μιλάμε. Θα είμαι στο—»
Ο βάρδος κούνησε το κεφάλι. «Καλύτερα να χωριστούμε μια και καλή, μικρέ. Αν περνάς να με βλέπεις, ακόμα κι αν δεν το αναφέρεις, δεν θα μπορώ να βγάλω το Κέρας του Βαλίρ από το μυαλό μου. Και δεν πρόκειται να μπλέξω σ’ αυτά. Δεν πρόκειται».
Όταν έφυγε ο Ραντ, ο Θομ πέταξε το μανδύα του στο κρεβάτι και κάθισε με τους αγκώνες στηριγμένους στο τραπέζι. Το Κέρας του Βαλίρ. Πού να βρήκε αυτό το χωριατόπαιδο... Έδιωξε από το νου του την τελευταία σκέψη. Αν καθόταν να σκεφτεί για το Κέρας, θα κατέληγε να τρέξει μαζί με τον Ραντ να το πάνε στο Σίναρ. Τι ωραία ιστορία που θα ’ταν, να πηγαίναμε το Κέρας του Βαλίρ στις Μεθόριες, με Σκοτεινόφιλους και Τρόλοκ στο κατόπι μας. Κατσούφιασε και ξανάφερε στη θύμησή του τη Ντένα. Ακόμα κι αν δεν τον αγαπούσε, δεν έβρισκες κάθε μέρα ταλέντα σαν τα δικά της. Και τον αγαπούσε, αν και ο Θομ δεν είχε την παραμικρή ιδέα γιατί.
«Γερο-βλάκα», μουρμούρισε.
«Μάλιστα, ένας γερο-βλάκας», είπε η Ζέρα από την πόρτα. Ο Θομ τινάχτηκε· ήταν τόσο απορροφημένος στις σκέψεις του, που δεν είχε ακούσει την πόρτα να ανοίγει. Ήξερε χρόνια τη Ζέρα, βρίσκονταν και ξαναχάνονταν, ανάλογα με τις περιπλανήσεις του, και πάντα εκμεταλλευόταν τη φιλία τους για να πει τη γνώμη της ευθέως. «Ένας γερο-βλάκας, που ξαναπαίζει το Παιχνίδι των Οίκων. Αν δεν με γελούν τ’ αυτιά μου, αυτός ο νεαρός άρχοντας έχει τη λαλιά του Άντορ. Δεν είναι Καιρχινός, αυτό είναι σίγουρο. Το Ντάες Νταε’μαρ είναι αρκετά επικίνδυνο από μόνο του και δεν χρειάζεται να σε μπλέξει στα σχέδιά του ένας ξένος άρχοντας».
Ο Θομ ανοιγόκλεισε τα μάτια και μετά σκέφτηκε την εμφάνιση του Ραντ. Το πανωφόρι εκείνο άρμοζε σε άρχοντα. Γερνούσε, αφού τέτοιες λεπτομέρειες περνούσαν απαρατήρητες. Νιώθοντας πίκρα, συνειδητοποίησε ότι σκεφτόταν αν θα έλεγε στη Ζέρα την αλήθεια, ή αν θα την άφηνε στις σκέψεις της. Αρκεί να σκεφτώ το Μεγάλο Παιχνίδι, κι αμέσως παίζω. «Το αγόρι είναι ένας βοσκός, Ζέρα, από τους Δύο Ποταμούς».