Выбрать главу

Εκείνη γέλασε με χλευασμό. «Κι εγώ είμαι η Βασίλισσα της Γκεάλνταν. Σου λέω, τα τελευταία χρόνια το Παιχνίδι στην Καιρχίν έχει γίνει επικίνδυνο. Δεν είναι σαν εκείνο που ήξερες στο Κάεμλυν. Τώρα σκοτώνουν κόσμο. Θα σου ανοίξουν το λαρύγγι, αν δεν προσέχεις».

«Σου λέω, δεν είμαι στο Μεγάλο Παιχνίδι άλλο πια. Όλα αυτά έγιναν είκοσι χρόνια πριν, πάνω-κάτω».

«Μάλιστα». Δεν έμοιαζε να τον πιστεύει. «Έν πάση περιπτώσει, αν αφήσουμε κατά μέρος τους νεαρούς άρχοντες από τα ξένα, άρχισες παραστάσεις σε αρχοντικά».

«Πληρώνουν καλά».

«Και θα σε παρασύρουν πάλι στις μηχανορραφίες τους αμέσως μόλις βρουν τρόπο. Βλέπουν κάποιον και σκέφτονται πώς να τον εκμεταλλευτούν, τους είναι στο φυσικό τους. Ο μικρούλης ο άρχοντάς σου δεν θα σε βοηθήσει· θα τον φάνε ζωντανό».

Εκείνος εγκατέλειψε την προσπάθεια να την πείσει ότι είχε φύγει απ’ όλα αυτά. «Αυτό ήρθες να μου πεις, Ζέρα;»

«Μάλιστα. Παράτα το Μεγάλο Παιχνίδι, Θομ. Παντρέψου την Ντένα. Θα κάνει τη χαζομάρα να σε πάρει, κι ας είσαι κοκαλιάρης κι ασπρομάλλης. Παντρέψου την και ξέχνα τον νεαρό άρχοντα και το Ντάες Νταε’μαρ».

«Σ’ ευχαριστώ για τη συμβουλή», είπε ξερά. Να την παντρευτώ; Να τη φορτώσω μ’ έναν γέρο για άνδρα. Δεν θα γίνει μουσικός, αν σέρνει το παρελθόν μου πίσω της. «Αν δεν σε πειράζει, Ζέρα, θα ήθελα να μείνω λίγο μόνος. Απόψε δίνω παράσταση για την Αρχόντισσα Άριλυν και τους καλεσμένους της, και πρέπει να ετοιμαστώ».

Εκείνη ξεφύσηξε, κούνησε το κεφάλι και βρόντηξε την πόρτα πίσω της.

Ο Θομ ταμπούρλισε τα δάχτυλά του στο τραπέζι. Είτε φορούσε πανωφόρι, είτε όχι, ο Ραντ δεν ήταν παρά βοσκός. Αν ήταν κάτι παραπάνω, αν ήταν αυτό που υποψιαζόταν ο Θομ κάποτε— ένας άνδρας που μπορούσε να διαβιβάσει— τότε ούτε η Μουαραίν ούτε καμιά άλλη Άες Σεντάι δεν θα τον άφηνε να φύγει χωρίς να τον ειρηνέψουν. Είτε είχε το Κέρας, είτε όχι, το αγόρι ήταν απλώς βοσκός.

«Έχει ξεφύγει απ’ αυτό», είπε φωναχτά, «το ίδιο κι εγώ».

27

Η Σκιά στη Νύχτα

«Δεν το καταλαβαίνω», είπε ο Λόιαλ. «Τις πιο πολλές φορές κέρδιζα. Και μετά ήρθε και μπήκε στο παιχνίδι η Ντένα και τα πήρε όλα. Κάθε ζαριά. Είπε ότι ήταν ένα μικρό μάθημα. Τι εννοούσε;»

Ο Ραντ και ο Ογκιρανός περπατούσαν στα Προπύλαια, αφήνοντας πίσω τους το Τσαμπί Σταφύλι. Ο ήλιος ήταν χαμηλά στα δυτικά, μια κόκκινη μπάλα, η μισή κάτω από τον ορίζοντα, που έριχνε πίσω τους μακριές σκιές. Ο δρόμος ήταν άδειος, με μόνη εξαίρεση μια μαριονέτα, έναν Τρόλοκ με κέρατα τράγου και σπαθί στη ζώνη, ο οποίος ερχόταν προς το μέρος τους με πέντε άνδρες να κρατάνε τα κοντάρια του, αλλά ακούγονταν ήχοι από ανθρώπους, που διασκέδαζαν σε άλλα μέρη των Προπυλαίων, όπου βρίσκονταν οι αίθουσες αναψυχής και οι ταβέρνες. Εδώ, οι πόρτες ήταν ήδη αμπαρωμένες και τα παντζούρια κλεισμένα.

Ο Ραντ σταμάτησε να αγγίζει τη θήκη του φλάουτου και την έριζε στη ράχη του. Κακώς θα περίμενα να παρατήσει τα πάντα και να έρθει μαζί μου, αλλά τουλάχιστον θα μπορούσαμε να μιλάμε. Φως μου, μακάρι να ερχόταν ο Ίνγκταρ. Έχωσε τα χέρια στις τσέπες και βρήκε το σημείωμα της Σελήνης.

«Δεν πιστεύεις πως η...» Ο Λόιαλ έκανε μια αμήχανη παύση. «Δεν πιστεύεις πως έκλεψε, ε; Όλοι χαμογελούσαν πλατιά, σαν να έκανε κάτι έξυπνο».

Ο Ραντ σήκωσε τους ώμους. Πρέπει να πάρω το Κέρας και να φύγω. Αν περιμένουμε τον Ίνγκταρ, ποιος ξέρει τι μπορεί να συμβεί. Κάποια στιγμή θα έρθει ο Φάιν. Πρέπει να έχω το προβάδισμα. Οι άνδρες με τη μαριονέτα σχεδόν τους είχαν φτάσει.

«Ραντ», είπε απότομα ο Λόιαλ, «δεν νομίζω ότι είναι—»

Ξαφνικά οι άνδρες έριξαν τα κοντάρια τους να πέσουν με κρότο στο πατημένο χώμα του δρόμου· αντί να σωριαστεί ο Τρόλοκ, πήδηξε στον Ραντ με απλωμένα χέρια.

Δεν υπήρχε χρόνος για σκέψη. Το ένστικτο τον έκανε να τραβήξει το σπαθί από τη θήκη σε μια πλατιά τροχιά. Το Φεγγάρι Υψώνεται Πάνω από τις Λίμνες. Ο Τρόλοκ οπισθοχώρησε τρεκλίζοντας, με μια υγρή, γουργουριστή κραυγή, με τα δόντια γυμνωμένα ακόμα και τη στιγμή που έπεφτε.

Για μια στιγμή, τα πάντα ήταν παγωμένα. Έπειτα οι άνδρες —Σκοτεινόφιλοι, αυτό πρέπει να ήταν— σήκωσαν το βλέμμα από τον Τρόλοκ για να κοιτάζουν τον Ραντ, με το σπαθί στα χέρια και τον Λόιαλ στο πλευρό του. Γύρισαν και το έβαλαν στα πόδια.

Κι ο Ραντ επίσης κοίταζε τον Τρόλοκ. Το κενό τον είχε τυλίξει, πριν το χέρι του αγγίξει τη λαβή· το σαϊντίν έλαμπε στο νου του, προσκαλώντας τον, φέρνοντάς του αναγούλα. Βάζοντας τα δυνατά του, έκανε το κενό να χαθεί κι έγλειψε τα χείλη. Δίχως την αδειανωσύνη, ο φόβος έκανε το δέρμα του να ανατριχιάσει.