«Λόιαλ, πρέπει να γυρίσουμε στο πανδοχείο. Ο Χούριν είναι μόνος, κι αυτοί—» Γρύλισε, καθώς τον σήκωνε στον αέρα ένα χοντρό μπράτσο, τόσο μακρύ που μπορούσε να καθηλώσει και τα δύο χέρια του στο στήθος του. Ένα τριχωτό χέρι άρπαζε το λαιμό του. Είδε φευγαλέα μια μουσούδα με χαυλιόδοντες πάνω από το κεφάλι του. Μια απαίσια οσμή έφτασε στη μύτη του, ίσες δόσεις ξινός ιδρώτας και χοιροστάσιο.
Το χέρι άφησε το λαιμό του, γοργά όπως τον είχε πιάσει. Ο Ραντ, ζαλισμένος, κοίταξε τα χοντρά δάχτυλα του Ογκιρανού που έσφιγγαν τον καρπό του Τρόλοκ.
«Κρατήσου, Ραντ». Η φωνή του Λόιαλ έδειχνε ότι ζοριζόταν. Το άλλο χέρι του Ογκιρανού εμφανίστηκε από την άλλη μεριά και άρπαζε το μπράτσο που κρατούσε τον Ραντ ψηλά πάνω από το έδαφος. «Κρατήσου».
Ο Ραντ σείστηκε πέρα-δώθε, καθώς πάλευαν ο Τρόλοκ και ο Ογκιρανός. Ξαφνικά ένιωσε ότι ήταν ελεύθερος. Παραπάτησε, έκανε δυο βήματα για να απομακρυνθεί και ξαναγύρισε με το σπαθί υψωμένο.
Ο Λόιαλ στεκόταν πίσω από τον Τρόλοκ με τη μουσούδα αγριόχοιρου κατ τον έσφιγγε από τον καρπό και τον πήχη, κρατώντας τα χέρια του Τρόλοκ διάπλατα ανοιχτά, βαριανασαίνοντας από τον κόπο. Ο Τρόλοκ μούγκριζε με λαρυγγώδεις ήχους στην τραχιά γλώσσα των Τρόλοκ, κι έριχνε το κεφάλι πίσω, προσπαθώντας να πετύχει τον Λόιαλ με το χαυλιόδοντα. Οι μπότες τους σέρνονταν στο χώμα του δρόμου.
Ο Ραντ προσπάθησε να καρφώσει με τη λεπίδα του τον Τρόλοκ χωρίς να χτυπήσει τον Λόιαλ, αλλά ο Ογκιρανός και ο Τρόλοκ στριφογύριζαν στον άγριο χορό τους, τόσο που δεν έβρισκε άνοιγμα.
Μ’ ένα γρύλισμα, ο Τρόλοκ ελευθέρωσε το αριστερό του χέρι, αλλά, πριν ξεφύγει εντελώς, ο Λόιαλ πέρασε το δικό του χέρι γύρω από το λαιμό του Τρόλοκ, τραβώντας τον κοντά. Ο Τρόλοκ προσπάθησε να πιάσει το σπαθί του· η όμοια με δρεπάνι λεπίδα κρεμόταν στην άλλη πλευρά και δεν μπορούσε να την τραβήξει άνετα με το ελεύθερο αριστερό του, αλλά πόντο τον πόντο το σκούρο ατσάλι άρχισε να γλιστρά και να βγαίνει από τη θήκη. Και ακόμα σφάδαζαν, τόσο που ο Ραντ δεν μπορούσε να κάνει τίποτα χωρίς να κινδυνεύσει ο Λόιαλ.
Η Δύναμη. Έτσι δα το έκανε. Δεν ήξερε το πως, αλλά δεν ήξερε και τι άλλο να δοκιμάσει. Ο Τρόλοκ είχε τραβήξει το σπαθί σχεδόν ως τη μέση. Όταν γύμνωνε την κυρτή λεπίδα, θα σκότωνε τον Λόιαλ.
Ο Ραντ σχημάτισε απρόθυμα το κενό. Το σαϊντίν έλαμψε πάνω του, τον τράβηξε. Του φάνηκε πως θυμόταν αμυδρά κάποια άλλη φορά που το σαϊντίν του τραγουδούσε, αλλά τώρα απλώς τον έλκυε, όπως η ευωδιά του λουλουδιού τραβούσε τη μέλισσα και η βρώμα της κοπριάς τη μύγα. Ανοίχτηκε, άπλωσε προς αυτό. Λεν υπήρχε τίποτα εκεί. Το ίδιο θα ήταν αν προσπαθούσε να βρει φως στην αλήθεια. Το μόλυσμα γλίστρησε πάνω του, τον λέρωσε, αλλά δεν υπήρχε μέσα του η ροή του φωτός. Ωθούμενος από μια απόμακρη απόγνωση, δοκίμασε και ξαναδοκίμασε. Και πάντα υπήρχε μονάχα το μόλυσμα.
Με μια απότομη κίνηση, ο Λόιαλ έριξε στο πλάι τον Τρόλοκ, τόσο δυνατά, που το πλάσμα στριφογύρισε κόντρα στον τοίχο ενός κτιρίου. Χτύπησε εκεί με το κεφάλι, μ’ ένα δυνατό κρακ, και χαμήλωσε στον τοίχο, ξαπλώνοντας, με το λαιμό να στρίβει σε παράξενη γωνία. Ο Λόιαλ στάθηκε κοιτάζοντας τον, με το στήθος του να φουσκώνει.
Ο Ραντ κοίταξε για μια στιγμή από την αδειανωσύνη, και μετά συνειδητοποίησε τι είχε συμβεί. Μόλις το κατάλαβε, άφησε το κενό και το μολυσμένο φως και έτρεξε πλάι στον Λόιαλ.
«Ποτέ δεν... σκότωσα, Ραντ». Ο Λόιαλ ανάσανε τρέμοντας.
«Θα σε σκότωνε, αν δεν τον προλάβαινες», του είπε ο Ραντ. Κοίταξε ανήσυχος τα στενάκια και τα κλεισμένα παντζούρια και τις αμπαρωμένες πόρτες. Όπου υπήρχαν δύο Τρόλοκ, θα υπήρχαν κι άλλοι. «Λυπάμαι που αναγκάστηκες να το κάνεις, Λόιαλ, αλλά θα μας σκότωνε και τους δυο, ή θα έκανε κάτι χειρότερο».
«Το ξέρω. Αλλά δεν μου αρέσει. Ακόμα κι αν είναι Τρόλοκ». Ο Ογκιρανός έδειξε προς την κατεύθυνση του ήλιου που έδυε, και άρπαξε τον Ραντ από το μπράτσο. «Άλλοι ένας».
Ο Ραντ δεν διέκρινε λεπτομέρειες κόντρα στον ήλιο, αλλά έμοιαζε να είναι άλλη μια ομάδα ανδρών με μια πελώρια μαριονέτα που έρχονταν προς το μέρος τους. Μόνο που τώρα, ξέροντας τι να δει, έβλεπε τη «μαριονέτα» να κουνά τα πόδια με μεγάλη φυσικότητα, και το κεφάλι με τη μουσούδα υψωνόταν για να μυρίσει δίχως κανείς να σηκώνει το κοντάρι του. Δεν του φαινόταν πως ο Τρόλοκ και οι Σκοτεινόφιλοι θα τους έβλεπαν ανάμεσα στις σκιές του δειλινού, ή αυτά που κείτονταν μπροστά στα πόδια τους· προχωρούσαν πολύ αργά. Αλλά ήταν φανερό ότι κυνηγούσαν, και ότι πλησίαζαν.
«Ο Φάιν ξέρει ότι είμαι κάπου εδώ», είπε, σκουπίζοντας βιαστικά τη λεπίδα στο πανωφόρι του πεθαμένου Τρόλοκ. «Τους έβαλε να με βρουν. Φοβάται όμως μήπως δει κανείς τους Τρόλοκ, αλλιώς δεν θα τους μεταμφίεζε. Αν φτάσουμε σε δρόμο με κόσμο, σωθήκαμε. Θα πρέπει να γυρίσουμε στον Χούριν. Αν τον βρει ο Φάιν, μονάχο με το Κέρας...»