Βρίσκονταν σε ένα δρομάκι, που ανηφόριζε στο λόφο ανάμεσα σε δύο μακριά, χαμηλά κτίρια δίχως παράθυρα. Στην αρχή του φάνηκε πως κι αυτά ήταν από πέτρα, αλλά μετά συνειδητοποίησε ότι ο άσπρος σοβάς έκρυβε ξύλο. Τώρα το σκοτάδι είχε πυκνώσει, έτσι ώστε το φεγγάρι που καθρεφτιζόταν στους τοίχους πρόσφερε κάποιο φως.
«Καλύτερα να μας συλλάβουν οι Φωτοδότες παρά να μας πιάσουν οι Τρόλοκ», μουρμούρισε ο Ραντ, ξεκινώντας για το λόφο.
«Μα αυτό προσπαθώ να σου πω», διαμαρτυρήθηκε ο Λόιαλ. «Άκουσα ότι οι Φωτοδότες σκοτώνουν τους παρείσακτους. Ραντ, φυλούν τα μυστικά τους με σκληρότητα και πείσμα».
Ο Ραντ κοκάλωσε και κοίταξε την πόρτα πίσω του. Οι Τρόλοκ ήταν ακόμα εκεί. Στη χειρότερη των περιπτώσεων, θα ήταν καλύτερα να αντιμετωπίσουν ανθρώπους παρά Τρόλοκ. Ίσως έπειθε τους Φωτοδότες να τους αφήσουν να φύγουν· οι Τρόλοκ δεν στέκονταν ν’ ακούσουν πριν σκοτώσουν. «Λυπάμαι που σε έμπλεξα, Σελήνη».
«Ο κίνδυνος προσθέτει μια ιδιαίτερη γεύση», είπε εκείνη με απαλή φωνή. «Κι ως τώρα, τα πας καλά. Να δούμε τι υπάρχει;» Τον πέρασε και προχώρησε στο στενάκι. Ο Ραντ την ακολούθησε, νιώθοντας την ευωδιά της.
Στην κορυφή του λόφου το στενάκι κατέληγε σε μια πλατιά έκταση από λείο κι ομαλά απλωμένο πηλό, χλωμό σχεδόν σαν το σοβά, που την περιέβαλλαν πάλι λευκά κτίρια χωρίς παράθυρα, με τις σκιές από άλλα στενά δρομάκια ανάμεσα τους. Όμως στα δεξιά του Ραντ υπήρχε ένα κτίριο με παράθυρα, απ’ όπου έπεφτε φως στον ανοιχτόχρωμο πηλό. Ξαναχώθηκε στη σκιά του στενού, όταν εμφανίστηκαν ένας άνδρας και μια γυναίκα, οι οποίοι διέσχισαν την αλάνα.
Τα ρούχα τους σίγουρα δεν ήταν της Καιρχίν. Ο άνδρας φορούσε παντελόνι φαρδύ, σαν το πουκάμισό του, και τα δύο σε απαλό κίτρινο χρώμα, με κεντητά σχέδια στα μπατζάκια και στο μπροστινό μέρος του πουκάμισου. Το φόρεμα της γυναίκας, με περίπλοκα στολίσματα στο στήθος, φαινόταν αχνοπράσινο, και τα μαλλιά της ήταν πλεγμένα σε άφθονες κοντές κοτσίδες.
«Όλα είναι έτοιμα, λες;» είπε η γυναίκα επιτακτικά. «Είσαι σίγουρος, Ταμούζ; Όλα;»
Ο άλλος άπλωσε τα χέρια. «Ποτέ δεν με πιστεύεις, Αλούντρα. Όλα είναι έτοιμα. Θα μπορούσαμε να κάνουμε την επίδειξη αυτή τη στιγμή».
«Οι πύλες και οι πόρτες, είναι όλες αμπαρωμένες; Όλα τα...;» Η φωνή της έσβησε, καθώς απομακρύνονταν από το φωτισμένο κτίριο.
Ο Ραντ περιεργάστηκε την αλάνα, χωρίς να αναγνωρίζει σχεδόν τίποτα. Στη μέση υπήρχαν αρκετές δεκάδες όρθιοι σωλήνες, που στηρίζονταν σε μεγάλες ξύλινες βάσεις, ψηλοί όσο ο ίδιος και με πλάτος κάτι λιγότερο από μισό μέτρο. Από κάθε σωλήνα έφευγε ένα σκούρο, μπλεγμένο κορδόνι, που κατέληγε πίσω από ένα χαμηλό τοιχάκι μήκους περίπου τριών απλωσιών στην απέναντι πλευρά. Παντού ολόγυρα στην ανοιχτή έκταση βρισκόταν ένας κυκεώνας από ξύλινα ράφια με γούρνες και σωλήνες και διχαλωτά ραβδιά και πλήθος άλλα πράγματα.
Τα βεγγαλικά που είχε δει στη ζωή του χωρούσαν στο χέρι του, και δεν ήξερε τίποτα παραπάνω εκτός του ότι έσκαζαν με δυνατό πάταγο, ή σφύριζαν στο χώμα, πετώντας σπίθες στριφογυριστά, ή, μερικές φορές, πετάγονταν στον αέρα. Πάντα είχαν προειδοποίηση από τους Φωτοδότες ότι, αν τα άνοιγαν, θα έσκαζαν. Πάντως τα πυροτεχνήματα ήταν τόσο ακριβά, που το Συμβούλιο του Χωριού δεν θα επέτρεπε σε κάποιον αδαή να τα ανοίξει. Ο Ραντ θυμόταν πολύ καλά τότε που ο Ματ είχε προσπαθήσει να κάνει αυτό ακριβώς· για μια βδομάδα ύστερα, ο μόνος που του μιλούσε ήταν η μητέρα του. Το μόνο γνώριμο που έβλεπε ο Ραντ ήταν τα κορδόνια — τα φυτίλια. Ήξερε ότι εκεί έβαζες τη φωτιά.
Έριξε μια ματιά πίσω του, στην πόρτα που δεν ήταν αμπαρωμένη, έκανε νόημα στους άλλους να τον ακολουθήσουν και προχώρησε παρακάμπτοντας τους σωλήνες. Αφού έψαχναν μέρος να κρυφτούν, ήθελε να είναι όσο το δυνατόν πιο μακριά από κείνη την πόρτα.
Αυτό σήμαινε ότι προχωρούσαν ανάμεσα στα ράφια, κι ο Ραντ κρατούσε την ανάσα του κάθε φορά που άγγιζε ξυστά κάποιο. Τα αντικείμενα πάνω τους τραντάζονταν και κροτούσαν με το παραμικρό άγγιγμα. Όλα έμοιαζαν να είναι φτιαγμένα από ξύλο, δίχως καθόλου μέταλλο. Δεν του ήταν δύσκολο να φανταστεί το σαματά που θα ακουγόταν αν έπεφτε κάποιο. Κοίταξε επιφυλακτικά τους ψηλούς σωλήνες, καθώς θυμόταν το βρόντο που έκανε ένα βεγγαλικό μεγάλο όσο το δάχτυλό του. Αν αυτά ήταν πυροτεχνήματα, θα προτιμούσε να μην είναι τόσο κοντά τους.
Ο Λόιαλ μουρμούριζε συνεχώς μόνος του, ειδικά όταν ακουμπούσε σε ένα ράφι, τιναζόταν για να απομακρυνθεί κι έπεφτε πάνω σε άλλο. Ο Ογκιρανός προχωρούσε μέσα σ’ ένα σύννεφο από κρότους και μουρμουρητά.
Η Σελήνη του προκαλούσε ακόμα μεγαλύτερη ταραχή. Προχωρούσε άνετα, σαν να βρισκόταν σε δρόμο της πόλης. Δεν έπεφτε ποτέ σε ράφι, δεν έκανε κανέναν ήχο, αλλά και δεν τυλιγόταν στο μανδύα της. Η λευκότητα του φορέματός της έμοιαζε λαμπρότερη απ’ όλους τους τοίχους μαζί. Ο Ραντ κοίταζε τα φωτισμένα παράθυρα, περιμένοντας ότι κάποιος θα εμφανιζόταν. Ένας έφτανε· θα έβλεπε τη Σελήνη, θα έδινε συναγερμό.