Выбрать главу

Τα παράθυρα όμως παρέμεναν άδεια. Ο Ραντ μόλις είχε αναστενάξει ανακουφισμένος, καθώς πλησίαζαν το τοιχάκι —και τα στενάκια, και τα κτίρια πίσω του— όταν ο Λόιαλ άγγιξε ένα ράφι ακόμα, που στεκόταν μπροστά στον τοίχο. Εκεί υπήρχαν δέκα ραβδιά, που έμοιαζαν φτιαγμένα από μαλακό υλικό, μακριά όσο το μπράτσο του Ραντ, που από τις άκρες τους υψώνονταν λεπτά συννεφάκια καπνού. Το ράφι δεν έκανε σχεδόν κανέναν ήχο πέφτοντας, και τα ραβδιά που κάπνιζαν έπεσαν πάνω σε ένα φυτίλι. Μ’ ένα τσιριχτό τριζοβολητό, το φυτίλι πήρε φωτιά και η φλόγα όρμηξε σε έναν από τους ψηλούς σωλήνες.

Ο Ραντ τον κοίταζε με μάτια ορθάνοιχτα για μια στιγμή, και μετά προσπάθησε να φωνάξει ψιθυριστά, «Πίσω από τον τοίχο!»

Η Σελήνη άφησε έναν θυμωμένο ήχο, όταν την έριζε στο έδαφος πίσω από το τοιχάκι, αλλά τον Ραντ δεν τον ένοιαζε. Προσπάθησε να απλωθεί από πάνω της προστατευτικά, καθώς ο Λόιαλ ερχόταν να στριμωχτεί δίπλα τους. Καθώς περίμενε να εκραγεί ο σωλήνας, αναρωτήθηκε αν θα απέμενε τίποτα από τον τοίχο. Ακούστηκε ένας υπόκωφος γδούπος, που τον άκουσε και ταυτόχρονα τον ένιωσε στο έδαφος. Ανασηκώθηκε επιφυλακτικά από τη Σελήνη για να κρυφοκοιτάξει από την άκρη του τοίχου. Εκείνη του βάρεσε μπουνιά στα πλευρά, με δύναμη, και βγήκε σπαρταρώντας από κάτω του, αναφωνώντας κάτι σε μια γλώσσα την οποία ο Ραντ δεν αναγνώριζε, αλλά δεν πρόσεχε πια.

Από την κορυφή του σωλήνα έσταζε ένα ποταμάκι καπνού. Αυτό ήταν όλο. Κούνησε το κεφάλι απορημένα. Αν ήταν αυτό όλο...

Μ’ ένα βρόντο σαν κεραυνός, ένα πελώριο λουλούδι με κόκκινα και λευκά χρώματα άνθισε ψηλά στον ουρανό, που τώρα ήταν κατασκότεινος, και μετά άρχισε να φεύγει και να χάνεται μέσα σε σπίθες.

Καθώς το κοίταζε με μάτια γουρλωμένα, από το φωτισμένο κτίριο ακούστηκε φασαρία. Άνδρες και γυναίκες που φώναζαν βγήκαν στα παράθυρα, κοιτάζοντας, δείχνοντας με τα χέρια.

Ο Ραντ κοίταξε με λαχτάρα το σκοτεινό στενάκι, δέκα βήματα πιο πέρα. Και το πρώτο βήμα θα το έκαναν σε πλήρη θέα των ανθρώπων στα παράθυρα. Από το κτίριο ακούστηκαν ποδοβολητά.

Έσπρωξε τον Λόιαλ και τη Σελήνη πίσω στον τοίχο, ελπίζοντας να έμοιαζαν με σκιά. «Μην κουνιέστε και μην μιλάτε», ψιθύρισε. «Είναι η μόνη μας ελπίδα».

«Μερικές φορές», είπε η Σελήνη χαμηλόφωνα, «αν είσαι εντελώς ακίνητος, δεν μπορεί να σε δει κανείς». Δεν φαινόταν να ανησυχεί, ούτε τόσο δα.

Μπότες ακούστηκαν να πηγαινοέρχονται στην άλλη πλευρά του τοίχου και φωνές υψώθηκαν θυμωμένες. Ειδικά η φωνή της Αλούντρας, που την αναγνώρισε ο Ραντ.

«Ταμούζ, πανηλίθιε! Γελοίο γουρούνι! Η μάνα σου ήταν γίδα! Καμιά μέρα θα μας σκοτώσεις όλους».

«Δεν φταίω εγώ, Αλούντρα», διαμαρτυρήθηκε αυτός. «Πρόσεξα να τα βάλω όλα στη θέση τους, και οι αναφλεκτήρες ήταν—»

«Μη μου μιλάς, Ταμούζ! Τα γουρούνια δεν δικαιούνται να μιλάνε σαν άνθρωποι!» Η φωνή της Αλούντρας άλλαξε, καθώς απαντούσε στην ερώτηση άλλου. «Δεν προλαβαίνουμε να ετοιμάσουμε άλλο. Ο Γκάλντριαν ας βολευτεί απόψε με τα υπόλοιπα. Και με ένα που άναψε νωρίτερα. Κι εσύ, Ταμούζ! Θα βάλεις τα πάντα σωστά, και αύριο θα φύγεις με τα κάρα για να αγοράσεις την κοπριά. Αν πάει κάτι άλλο στραβά απόψε, δεν θα σου εμπιστευτώ άλλη φορά ούτε την κοπριά!»

Τα βήματα ακούστηκαν να χάνονται, καθώς η Αλούντρα έφευγε προς το κτίριο, μουρμουρίζοντας, Ο Ταμούζ έμεινε εκεί, μουγκρίζοντας μέσα από τα δόντια του για την αδικία της ζωής.

Ο Ραντ σταμάτησε να ανασαίνει, όταν ο άνδρας πλησίασε το πεσμένο ράφι. Κολλημένος στον τοίχο, μέσα στις σκιές, έβλεπε τη ράχη και τον ώμο του Ταμούζ. Αρκούσε να γυρίσει το κεφάλι και θα έβλεπε τον Ραντ και τους άλλους. Συνεχίζοντας τα παράπονα, τακτοποίησε στα ράφια τα ραβδιά που κάπνιζαν και μετά πήγε προς το κτίριο όπου είχαν πάει και όλοι οι άλλοι.

Ο Ραντ ανάσανε πάλι, έριξε μια γοργή ματιά στον άνδρα που απομακρυνόταν, και μετά ξαναχώθηκε στις σκιές. Μερικοί άνθρωποι ήταν ακόμα στα παράθυρα. «Ας μην περιμένουμε άλλη τύχη απόψε», ψιθύρισε.

«Λέγεται ότι οι μεγάλοι άνδρες ορίζουν οι ίδιοι την τύχη τους», είπε η Σελήνη με απαλή φωνή.

«Σταμάτα πια», της είπε κουρασμένα. Ευχήθηκε να μην τον χτυπούσε η ευωδιά της στο κεφάλι· δυσκολευόταν να σκεφτεί καθαρά. Θυμήθηκε την αίσθηση του σώματός της, όταν την έριζε κάτω —ήταν απαλό και σφιχτό, μ’ ένα συνδυασμό που του προκαλούσε ταραχή— και ούτε αυτό τον βοηθούσε να σκεφτεί.

«Ραντ;» Ο Λόιαλ κοίταζε από την άκρη του τοίχου, προς την αντίθετη κατεύθυνση από το φωτισμένο κτίριο. «Νομίζω πως χρειαζόμαστε λίγη τύχη ακόμα, Ραντ».