Выбрать главу

Ο Ραντ έστριψε και κοίταξε πάνω από τον ώμο του Ογκιρανού. Πέρα από την πλατειούλα, στο στενάκι που έβγαζε στην πόρτα που δεν ήταν αμπαρωμένη, υπήρχαν τρεις Τρόλοκ, που από τις σκιές κρυφοκοίταζαν προς τα φωτισμένα παράθυρα. Μια γυναίκα στεκόταν σ’ ένα παράθυρο· δεν φαινόταν να είχε δει τους Τρόλοκ.

«Έτσι λοιπόν», είπε η Σελήνη ήσυχα. «Έγινε παγίδα. Αυτοί οι άνθρωποι ίσως σε σκοτώσουν, αν σε πιάσουν. Οι Τρόλοκ σίγουρα θα σε σκοτώσουν. Αλλά ίσως καταφέρεις να κατατροπώσεις τους Τρόλοκ, τόσο γρήγορα που να μην προλάβουν να ξεφωνίσουν. Ίσως εμποδίσεις τους ανθρώπους να σε σκοτώσουν για να φυλάξουν τα μικρά τους μυστικά. Μπορεί να μην επιζητείς τη μεγαλοσύνη, αλλά θα χρειαστεί μεγάλος άνθρωπος για να κάνει όλα αυτά».

«Μην χαίρεσαι τόσο», είπε ο Ραντ. Προσπάθησε να μην σκέφτεται πια την ευωδιά της, την αίσθηση του σώματός της, και το κενό σχεδόν τον περικύκλωσε. Το έδιωξε. Οι Τρόλοκ ακόμα δεν φαίνονταν να τους έχουν εντοπίσει. Έγειρε πίσω, κοιτάζοντας το κοντινότερο σκοτεινό στενάκι. Τη στιγμή που θα ξεκινούσαν προς τα κει, οι Τρόλοκ σίγουρα θα τους έβλεπαν, το ίδιο και η γυναίκα στο παράθυρο. Ένας αγώνας δρόμου θα έκρινε ποιοι θα τους έφταναν πρώτοι, οι Τρόλοκ ή οι Φωτοδότες.

«Το μεγαλείο σου θα με κάνει ευτυχισμένη». Παρά τα λόγια της, η Σελήνη φαινόταν θυμωμένη. «Ίσως θα έπρεπε να σε αφήσω για λίγο, να βρεις το δικό σου δρόμο. Αν δεν δεχτείς το μεγαλείο, όταν είναι μπροστά στα χέρια σου, τότε ίσως σου αξίζει να πεθάνεις».

Ο Ραντ δεν την κοίταξε. «Λόιαλ, μπορείς να δεις αν υπάρχει άλλη πόρτα σε κείνο το στενάκι;»

Ο Ογκιρανός κούνησε το κεφάλι. «Εδώ έχει πολύ φως κι εκεί είναι πολύ σκοτεινά. Αν ήμουν στο στενάκι, ίσως».

Ο Ραντ άγγιξε τη λαβή του σπαθιού του. «Πάρε τη Σελήνη. Μόλις δεις πόρτα —αν δεις πόρτα— φώναξε και θα σας ακολουθήσω. Αν δεν υπάρχει πόρτα εκεί κάτω, σήκωσέ την να φτάσει στην κορυφή του τείχους και να σκαρφαλώσει».

«Εντάξει, Ραντ». Ο Λόιαλ φαινόταν ανήσυχος. «Αλλά, όταν σηκωθούμε, αυτοί οι Τρόλοκ θα μας ακολουθήσουν, όποιος και να βλέπει. Ακόμα και να υπάρχει πόρτα, θα είναι στο κατόπι μας».

«Άσε τους Τρόλοκ σε εμένα». Τρεις. Ίσως τους κατάφερνα, με το κενό. Η σκέψη του σαϊντίν τον έκανε να αποφασίσει. Πολλά παράξενα συνέβαιναν, όταν άφηνε το αρσενικό μισό της Αληθινής Πηγής να τον πλησιάσει. «Θα έρθω μόλις μπορέσω. Φύγε». Γύρισε να κοιτάζει γύρω από τον τοίχο τους Τρόλοκ.

Με την άκρη του ματιού του, είδε τον όγκο του Λόιαλ να κινείται, το λευκό φόρεμα της Σελήνης, που μόνο το μισοσκέπαζε ο μανδύας. Ένας Τρόλοκ πέρα από τους σωλήνες τους έδειξε, τον Λόιαλ και τη Σελήνη, με ενθουσιασμό στους άλλους, αλλά οι τρεις τους δίστασαν πάλι, ρίχνοντας τα βλέμματά τους ψηλά στο παράθυρο, απ’ όπου η γυναίκα κοίταζε ακόμα. Τρεις. Πρέπει να υπάρχει τρόπος. Όχι το κενό. Όχι το σαϊντίν.

«Έχει πόρτα!» ακούστηκε η χαμηλή φωνή του Ογκιρανού. Ένας Τρόλοκ έκανε ένα βήμα έξω από τις σκιές και οι άλλοι τον ακολούθησαν, παίρνοντας κουράγιο. Ο Ραντ, σαν από μακριά, άκουσε την κραυγή της γυναίκας στο παράθυρο, και ο Λόιαλ κάτι φώναζε.

Ο Ραντ, χωρίς σκέψη, σηκώθηκε όρθιος. Έπρεπε με κάποιον τρόπο να σταματήσει τους Τρόλοκ, αλλιώς θα τον έπιαναν, κι αυτόν και τον Λόιαλ και τη Σελήνη. Άρπαξε ένα από τα ραβδιά που κάπνιζαν και όρμηξε στον κοντινότερο σωλήνα. Ο σωλήνας έγειρε, έκανε να πέσει, και ο Ραντ έπιασε την ξύλινη βάση και τον γύρισε κατευθείαν προς τους Τρόλοκ. Εκείνοι σταμάτησαν διστακτικά —η γυναίκα στο παράθυρο τσίριξε— και ο Ραντ άγγιξε την άκρη που κάπνιζε στο φυτίλι, ακριβώς εκεί που ενωνόταν με τον κύλινδρο.

Ο υπόκωφος γδούπος ακούστηκε αμέσως, και η χοντρή ξύλινη βάση χτύπησε τον Ραντ, ρίχνοντάς τον κάτω. Ένας βρυχηθμός σαν από κεραυνό τάραξε τη νύχτα, κι ένα εκτυφλωτικό ξέσπασμα φωτός έδιωξε το σκοτάδι.

Ο Ραντ σηκώθηκε ανοιγοκλείνοντας τα μάτια, βήχοντας στον πυκνό, δριμύ καπνό, με τα αυτιά του να κουδουνίζουν. Κοίταξε γύρω κατάπληκτος. Οι μισοί σωλήνες και όλα χα ράφια ήταν πεσμένα, και η μια άκρη του κτιρίου πλάι στο οποίο στέκονταν οι Τρόλοκ είχε εξαφανιστεί εντελώς, ενώ φλόγες έγλειφαν τις σανίδες και τα δοκάρια της στέγης. Από τους Τρόλοκ, δεν απέμενε τίποτα.

Πάνω από το κουδούνισμα των αυτιών του, ο Ραντ άκουσε φωνές από τους Φωτοδότες του κτιρίου. Άρχισε να τρέχει τρεκλίζοντας, χώθηκε στο στενάκι. Στα μισά του δρόμου σκόνταψε σε κάτι και κατάλαβε ότι ήταν ο μανδύας του. Τον άρπαξε χωρίς να σταματήσει. Πίσω του, οι κραυγές των Φωτοδοτών γέμισαν τη νύχτα.

Ο Λόιαλ χοροπηδούσε ανυπόμονα πλάι στην ανοιχτή πόρτα. Και ήταν μόνος.

«Πού είναι η Σελήνη;» ζήτησε να μάθει ο Ραντ.