Выбрать главу

«Πήγε πίσω, Ραντ. Προσπάθησα να την πιάσω, αλλά γλίστρησε μέσα από τα χέρια μου».

Ο Ραντ στράφηκε προς εκεί απ’ όπου ακουγόταν η φασαρία. Πάνω από το αδιάκοπο βούισμα των αυτιών του, ξεχώριζαν λιγάκι μερικές κραυγές. Τώρα υπήρχε φως εκεί, από τις φλόγες.

«Την άμμο! Φέρτε τους κουβάδες με την άμμο!»

«Είναι καταστροφή! Καταστροφή!»

«Μερικοί πήγαν προς τα κει!»

Ο Λόιαλ άρπαζε τον Ραντ από τον ώμο. «Δεν μπορείς να τη βοηθήσεις, Ραντ. Θα πιάσουν και σένα. Πρέπει να φύγουμε». Κάποιος εμφανίστηκε στην είσοδο του στενού, μια σκιά, που η φλογισμένη λάμψη πίσω της έδειχνε το περίγραμμά της, και έδειξε προς το μέρος τους. «Πάμε, Ραντ!»

Ο Ραντ άφησε τον Λόιαλ να τον βγάλει από την πόρτα και να χωθούν στο σκοτάδι. Η φωτιά χάθηκε πίσω τους και έμεινε μόνο μια λάμψη στη νύχτα, και τα φώτα των Προπυλαίων τους πλησίασαν. Ο Ραντ σχεδόν θα ευχόταν να έρχονταν κι άλλοι Τρόλοκ, κάτι που μπορούσε να το πολεμήσει. Μα μόνο η νυχτερινή αύρα ήταν εκεί, και χάιδευε το γρασίδι.

«Προσπάθησα να την εμποδίσω», είπε ο Λόιαλ. Ακολούθησε μεγάλη σιωπή. «Δεν θα κάναμε τίποτα. Θα έπιαναν και μας».

Ο Ραντ αναστέναξε. «Το ξέρω, Λόιαλ. Έκανες ό,τι μπορούσες». Προχώρησε ανάποδα για λίγο, κοιτάζοντας τη λάμψη. Έμοιαζε πιο αδύνατη· οι Φωτοδότες έσβηναν την πυρκαγιά. «Πρέπει να βρω τρόπο να τη βοηθήσω». Πώς; Με το σαϊντίν; Με τη Δύναμη; Ανατρίχιασε. «Πρέπει».

Μπήκαν στα Προπύλαια από τους φωτισμένους δρόμους, τυλιγμένοι στη σιωπή, που έδιωχνε μακριά τους τις φωνές και τα γέλια του κόσμου.

Όταν μπήκαν στον Υπερασπιστή του Δρακότειχους, ο πανδοχέας πρότεινε το δίσκο του, που είχε μια σφραγισμένη περγαμηνή.

Ο Ραντ την πήρε, και κοίταζε τη λευκή σφραγίδα. Ημισέληνος και άστρα. «Ποιος το άφησε αυτό; Πότε;»

«Μια γρια γυναίκα, Άρχοντά μου. Ούτε ένα τέταρτο πριν. Υπηρέτρια, αν και δεν είπε από ποιον Οίκο ήταν». Ο Κουάλε χαμογέλασε, σαν να προσκαλούσε τον Ραντ να τον εμπιστευτεί.

«Σ’ ευχαριστώ», είπε ο Ραντ, που δεν είχε τραβήξει το βλέμμα από τη σφραγίδα. Ο πανδοχέας τους παρακολούθησε σκεφτικός να ανεβαίνουν.

Ο Χούριν έβγαλε την πίπα από το στόμα του, όταν μπήκαν στο δωμάτιο ο Ραντ και ο Λόιαλ. Είχε το κοντό σπαθί και τον σπαθοσπάστη στο τραπέζι και τα σκούπιζε μ’ ένα λαδωμένο πανί. «Πολύ ώρα έμεινες στον βάρδο, Άρχοντά μου. Είναι καλά;»

Ο Ραντ ξαφνιάστηκε. «Τι; Ο Θομ; Ναι, είναι...» Έσπασε τη σφραγίδα με τον αντίχειρά του και διάβασε την περγαμηνή.

Εκεί που νομίζω ότι ξέρω τι θα κάνεις, πάντα κάνεις κάτι άλλο. Είσαι επικίνδυνος άνθρωπος. Ίσως δεν θα αργήσει η ώρα που θα είμαστε ξανά μαζί. Σκέψου το Κέρας. Σκέψου τη δόξα. Και σκέψου εμένα, γιατί είσαι πάντα δικός μου.

Και πάλι δεν υπήρχε υπογραφή, παρά μόνο τα κομψά γράμματα.

«Τρελές είναι όλες οι γυναίκες;» ρώτησε ο Ραντ το ταβάνι. Ο Χούριν σήκωσε τους ώμους. Ο Ραντ έπεσε στην άλλη καρέκλα, εκείνη που ήταν φτιαγμένη για Ογκιρανούς· τα πόδια του κρέμονταν πάνω από το πάτωμα, αλλά δεν τον ένοιαζε. Κοίταξε το κιβώτιο, που ήταν τυλιγμένο στην κουβέρτα, κάτω από το κρεβάτι του Λόιαλ. Σκέψου τη δόξα. «Μακάρι να ερχόταν ο Ίνγκταρ».

28

Ένα Καινούργιο Νήμα στο Σχήμα

Ο Πέριν ατένιζε αμήχανα τα όρη του Εγχειριδίου του Σφαγέα, καθώς προχωρούσε καβάλα στο άλογο. Ο δρόμος ήταν ακόμα ανηφορικός και έδειχνε ότι Θα συνέχιζε να ανεβαίνει για πάντα, αν και του Πέριν του φαινόταν πως η ράχη του περάσματος δεν ήταν πολύ μακριά. Στα δεξιά του μονοπατιού, η πλαγιά χαμήλωνε απότομα και κατέληγε σε ένα ρηχό βουνίσιο ποταμάκι, που άφριζε πάνω στα κοφτερά βράχια· από την άλλη μεριά, τα βουνά ορθωνόταν σε μια σειρά από ανώμαλους γκρεμούς, σαν παγωμένοι καταρράκτες. Το μονοπάτι περνούσε ανάμεσα σε μια θάλασσα από βράχια, μερικά σαν ανθρώπινο κεφάλι και μερικά μεγάλα σαν άμαξα. Δεν ήθελε ταλέντο για να κρυφτεί κανείς εκεί.

Οι λύκοι είχαν πει ότι υπήρχαν άνθρωποι στα βουνά. Ο Πέριν αναρωτήθηκε αν ήταν κάποιοι από τους Σκοτεινόφιλους του Φάιν. Οι λύκοι δεν ήξεραν, ούτε τους ένοιαζε. Ήξεραν μόνο ότι οι Στρεβλωμένοι ήταν κάπου μπροστά. Ακόμα πολύ μακριά, αν και ο Ίνγκταρ δεν άφηνε τους άνδρες της φάλαγγας να ανασάνουν. Ο Πέριν πρόσεξε ότι ο Ούνο παρακολουθούσε τα βουνά γύρω τους με τον τρόπο που τα κοίταζε και ο ίδιος.

Ο Ματ, με το τόξο κρεμασμένο στην πλάτη του, προχωρούσε δείχνοντας αμέριμνος, παίζοντας με τρία μπαλάκια, αλλά έδειχνε πιο χλωμός απ’ όσο πριν. Τώρα η Βέριν τον εξέταζε και δυο και τρεις φορές τη μέρα, σμίγοντας τα φρύδια, και ο Πέριν ήταν σίγουρος πως είχε δοκιμάσει να τον Θεραπεύσει τουλάχιστον μια φορά, όμως του φαινόταν πως δεν γινόταν τίποτα. Πάντως η Βέριν έμοιαζε απορροφημένη σε κάτι άλλο, για το οποίο δεν μιλούσε.