Выбрать главу

Ο Ραντ, σκέφτηκε ο Πέριν, κοπάζοντας την πλάτη της Άες Σεντάι. Πάντα προχωρούσε στην κεφαλή της φάλαγγας μαζί με τον Ίνγκταρ, και πάντα ήθελε να πάνε πιο γρήγορα απ’ ό,τι επέτρεπε ο Σιναρανός άρχοντας. Ξέρει για τον Ραντ. Στο μυαλό του παιχνίδισαν εικόνες από τους λύκους — πέτρινα αγροτόσπιτα και βαθμιδωτά χωριά, πέρα από τις βουνοκορφές· οι λύκοι δεν τα έβλεπαν διαφορετικά από τους λόφους και τα λιβάδια, μόνο που είχαν την αίσθηση ότι ήταν χαλασμένη γη. Μοιράστηκε προς στιγμήν αυτή τη λύπη, θυμήθηκε μέρη, τα οποία οι δίποδοι είχαν εγκαταλείψει από καιρό, θυμήθηκε το τρέξιμο ανάμεσα στα δέντρα και τα σαγόνια που έκλειναν κοφτερά στον τένοντα, καθώς το ελάφι προσπαθούσε να ξεφύγει, και... Βάζοντας τα δυνατά του, έδιωξε τους λύκους από το μυαλό του. Αυτές οι Άες Σεντάι Θα μας σκοτώσουν όλους.

Ο Ίνγκταρ άφησε το άλογό του να κόψει ταχύτητα και να πλησιάσει τον Πέριν. Στα μάτια του Πέριν, η ημισέληνος στο κράνος του Ίνγκταρ μερικές φορές έμοιαζε με τα κέρατα των Τρόλοκ. Ο Ίνγκταρ είπε χαμηλόφωνα, «Πες μου πάλι τι σου είπαν οι λύκοι».

«Δέκα φορές στα είπα», μουρμούρισε ο Πέριν.

«Ξαναπές τα μου! Κάτι που μου ξέφυγε, κάτι που θα με βοηθήσει να βρω το Κέρας...» Ο Ίνγκταρ πήρε μια βαθιά ανάσα, και την άφησε να βγει αργά. «Πρέπει να βρω το Κέρας του Βαλίρ, Πέριν. Ξαναπές τα μου».

Ο Πέριν δεν χρειαζόταν να τα βάλει πάλι σε τάξη στο νου του, μετά από τόσες επαναλήψεις. Άρχισε να μιλά μονότονα. «Κάποιος —ή κάτι— επιτέθηκε στους Σκοτεινόφιλους τη νύχτα και σκότωσε τους Τρόλοκ που βρήκαμε». Το στομάχι του δεν ένιωθε πια αναγούλα όταν το θυμόταν. Τα κοράκια και τα όρνια ήταν άτσαλα όταν έτρωγαν. «Οι λύκοι τον ονομάζουν Σκιοφονιά· νομίζω ότι ήταν ένας άνδρας, αλλά δεν πήγαν κοντά να δουν καθαρά. Δεν φοβούνται τον Σκιοφονιά· το πιο σωστό είναι ότι νιώθουν δέος. Λένε ότι οι Τρόλοκ τώρα ακολουθούν τον Σκιοφονιά. Και λένε ότι ο Φάιν είναι μαζί τους» —ακόμα και μετά από τόσον καιρό η οσμή του Φάιν, η αίσθηση αυτού του ανθρώπου, έκανε το στόμα του να στραβώσει— «άρα και οι υπόλοιποι Σκοτεινόφιλοι πρέπει να είναι μαζί του».

«Σκιοφονιάς», μουρμούρισε ο Ίνγκταρ. «Κάτι από τον Σκοτεινό, όπως οι Μυρντράαλ; Έχω δει πράγματα στη Μάστιγα, που θα μπορούσαν να ονομαστούν Σκιοφονιάδες, αλλά... Δεν είδαν τίποτα άλλο;»

«Δεν ήθελαν να τον πλησιάσουν. Δεν ήταν Ξέθωρος. Σου είπα, άμα δουν Ξέθωρο τρέχουν να τον σκοτώσουν, πιο γρήγορα κι από όσο αν είχαν δει Τρόλοκ, έστω κι αν χαθεί η μισή αγέλη. Ίνγκταρ, οι λύκοι που τον είδαν το είπαν σε άλλους, που το είπαν σε άλλους, μέχρι που έφτασε σε μένα. Μπορώ μόνο να σου πω τι μου μετέφεραν, και μετά από τόσα στόματα...» Τα λόγια του έσβησαν, καθώς τους πλησίαζε ο Ούνο.

«Αελίτης στα βράχια», είπε ήσυχα ο μονόφθαλμος.

«Τόσο μακριά από την Ερημιά;» είπε ο Ίνγκταρ, χωρίς να μπορεί να το πιστέψει. Ο Ούνο με κάποιον τρόπο κατάφερε να φανεί προσβεβλημένος χωρίς ν’ αλλάξει καθόλου έκφραση, και ο Ίνγκταρ πρόσθεσε, «Όχι, δεν αμφιβάλλω γι’ αυτό που λες. Απλώς με ξαφνιάζει».

«Ήθελε να τον δω, που να καεί, αλλιώς δεν θα τον καταλάβαινα». Ο Ούνο έδειξε αηδιασμένος κι ο ίδιος μ’ αυτή την παραδοχή. «Και το πρόσωπο του δεν ήταν καλυμμένο, άρα δεν βγήκε να σκοτώσει. Αλλά, όταν έχεις έναν καμένο Αελίτη, υπάρχουν πάντα άλλοι, που δεν τους βλέπεις». Έδειξε με το χέρι· ένας άνδρας είχε βγει στο δρόμο μπροστά τους.

Αμέσως ο Μασέμα χαμήλωσε τη λόγχη, κλώτσησε το άλογό του και μετά από τρεις δρασκελιές κάλπαζε γοργά. Δεν ήταν ο μόνος· τέσσερις ατσάλινες αιχμές πλησίαζαν τον άνδρα στο έδαφος.

«Σταθείτε!» φώναξε ο Ίνγκταρ. «Σταθείτε, είπα! Όποιος δεν σταματήσει επιτόπου, θα του κόψω τα αυτιά!»

Ο Μασέμα σταμάτησε το άλογό του, τραβώντας άγρια τα γκέμια. Κι οι άλλοι επίσης σταμάτησαν, μέσα σε σύννεφο σκόνης ούτε δέκα απλωσιές από τον άνδρα, με τις λόγχες να σημαδεύουν αταλάντευτα το στήθος του. Εκείνος σήκωσε το χέρι για να διώξει τη σκόνη που τον πλησίαζε· ήταν η πρώτη κίνηση που είχε κάνει.

Ήταν ψηλός, με δέρμα μαυρισμένο από τον ήλιο και κόκκινα μαλλιά κομμένα κοντά, με εξαίρεση μια ουρά στο πίσω μέρος, η οποία έπεφτε ως τους ώμους του. Όλα τα ρούχα του, από τις μαλακές μπότες με κορδόνια, οι οποίες έφταναν ως τα γόνατα, μέχρι το πανί που ήταν τυλιγμένο χαλαρά γύρω από το λαιμό του, τα πάντα είχαν αποχρώσεις του καφέ και του γκρίζου, που τα έκαναν να καμουφλάρονται στα βράχια και το χώμα. Πάνω από τον ώμο του ξεπρόβαλλε η άκρη ενός κοντού τόξου, και στη ζώνη του είχε μια φαρέτρα γεμάτη βέλη από τη μια πλευρά· από την άλλη κρεμόταν ένα μακρύ μαχαίρι. Στο αριστερό του χέρι κρατούσε σφιχτά μια στρογγυλή ασπίδα με επένδυση από δέρμα και τρία κοντά δόρατα, που είχαν το μισό ύψος απ’ αυτόν, με αιχμές μακριές, σαν εκείνες που είχαν οι λόγχες των Σιναρανών.