«Δεν έχω αυλητές να παίζουν το σκοπό», ανακοίνωσε χαμογελώντας, «αλλά, αν θέλετε το χορό...» Δεν άλλαζε στάση, αλλά ο Πέριν ένιωσε ότι ήταν έτοιμος. «Το όνομά μου είναι Ούριεν, της φυλής των Δύο Πύργων των Ρέυν Άελ. Είμαι της Κόκκινης Ασπίδας. Να με θυμάστε».
Ο Ίνγκταρ ξεπέζεψε και προχώρησε μπροστά, βγάζοντας το κράνος του. Ο Πέριν δίστασε μονάχα μια στιγμή, πριν κατέβει για να πάει δίπλα του. Δεν θα έχανε την ευκαιρία να δει Αελίτη από κοντά. Κάνεις σαν Αελίτης με μαύρο πέπλο. Πάρα πολλά παραμύθια παρουσίαζαν τους Αελίτες ως Θανάσιμους κι επικίνδυνους, σαν τους Τρόλοκ —μερικά έλεγαν ότι ήταν όλοι τους Σκοτεινόφιλοι— αλλά το χαμόγελο του Ούριεν δεν φαινόταν επικίνδυνο, έστω κι αν έμοιαζε έτοιμος να ορμήξει. Τα μάτια του ήταν γαλάζια.
«Μοιάζει με τον Ραντ». Ο Πέριν κοίταζε και είδε ότι είχε έρθει κοντά τους και ο Ματ. «Μπορεί ο Ίνγκταρ να έχει δίκιο», πρόσθεσε χαμηλόφωνα ο Ματ. «Μπορεί ο Ραντ να είναι Αελίτης».
Ο Πέριν ένευσε. «Αλλά αυτό δεν αλλάζει τίποτα».
«Όχι, δεν αλλάζει». Ο Ματ φαινόταν να απαντούσε σε κάτι άλλο απ’ αυτό που εννοούσε ο Πέριν.
«Είμαστε και οι δύο μακριά από τα σπίτια μας», είπε ο Ίνγκταρ στον Αελίτη, «και τουλάχιστον εμείς ήρθαμε για άλλα πράγματα και όχι για να πολεμήσουμε». Ο Πέριν άλλαζε γνώμη για το χαμόγελο του Ούριεν· ο άνθρωπος έδειξε να δυσαρεστείται.
«Όπως επιθυμείς, Σιναρανέ». Ο Ούριν στράφηκε προς τη Βέριν, που μόλις κατέβαινε από το άλογό της, και έκανε μια αλλόκοτη υπόκλιση, χώνοντας τις μύτες των δοράτων στο χώμα και απλώνοντας το δεξί χέρι, με την παλάμη προς τα πάνω. Μίλησε με σεβασμό. «Σοφή, το νερό μου είναι δικό σου».
Η Βέριν έδωσε τα χαλινάρια σε έναν στρατιώτη. Κοίταξε εξεταστικά τον Αελίτη, καθώς τους πλησίαζε. «Γιατί με αποκαλείς έτσι; Νομίζεις πως είμαι Αελίτισσα;»
«Όχι, Σοφή. Αλλά έχεις την όψη εκείνων που έκαναν το ταξίδι στη Ρουίντιαν και έζησαν. Τα χρόνια δεν αγγίζουν τις Σοφές, όπως αγγίζουν τις άλλες γυναίκες και τους άνδρες».
Το πρόσωπο της Άες Σεντάι έδειξε έξαψη, αλλά ο Ίνγκταρ μίλησε ανυπόμονα. «Ακολουθούμε Τρόλοκ και Σκοτεινόφιλους, Ούριεν. Είδες κανένα ίχνος τους;»
«Τρόλοκ; Εδώ;» Τα μάτια του Ούριεν φωτίστηκαν. «Είναι ένα από τα σημάδια που λένε οι προφητείες. Όταν ξανάρθουν οι Τρόλοκ από τη Μάστιγα, θα αφήσουμε την Τρίπτυχη Γη και θα ξαναπάρουμε τα παλιά μας μέρη». Μουρμουρητά ακούστηκαν από τους Σιναρανούς που ήταν ακόμα καβάλα. Ο Ούριεν τους κοίταξε με περηφάνια, σαν να τους κοίταζε ο ίδιος αφ’ υψηλού.
«Την Τρίπτυχη Γη;» είπε ο Ματ.
Του Πέριν του φαινόταν πως έδειχνε ακόμα πιο χλωμός· όχι ακριβώς άρρωστος, αλλά σαν να είχε καιρό να τον δει ο ήλιος.
«Εσείς τη λέτε Ερημιά», είπε ο Ούριεν. «Για μας είναι η Τρίπτυχη Γη. Η πέτρα της μορφής, για να μας πλάσει. Πεδίο δοκιμασίας, για να αποδείξουμε την αξία μας. Και τιμωρία για το αμάρτημα».
«Ποιο αμάρτημα;» ρώτησε ο Ματ. Ο Πέριν κράτησε την αναπνοή του, περιμένοντας να αστράψουν τα δόρατα που κρατούσε ο Ούριεν.
Ο Αελίτης σήκωσε τους ώμους. «Ήταν πριν από τόσο καιρό, που δεν το θυμάται κανείς. Εκτός από τις Σοφές, και τους αρχηγούς των φατριών, που δεν μιλούν γι’ αυτό. Πρέπει να ήταν πολύ βαρύ αμάρτημα για να μην αντέχουν να μας το πουν, αλλά ο Τιμωρός μας τιμώρησε για τα καλά».
«Οι Τρόλοκ», επέμεινε ο Ίνγκταρ. «Είδες Τρόλοκ;»
Ο Ούριεν κούνησε το κεφάλι. «Θα τους σκότωνα αν τους έβλεπα, αλλά δεν είδα τίποτα παρά βράχια και ουρανό».
Ο Ίνγκταρ κούνησε το κεφάλι, έχοντας χάσει το ενδιαφέρον του, αλλά η Βέριν μίλησε με ζωντάνια στη φωνή. «Αυτή η Ρουίντιαν. Τι είναι; Πού είναι; Πώς επιλέγονται οι κοπέλες που πηγαίνουν;»
Το πρόσωπο του Ούριεν έχασε κάθε συναίσθημα, το βλέμμα του σκοτείνιασε. «Δεν μπορώ να μιλήσω γι’ αυτό, Σοφή».
Άθελά του, ο Πέριν έπιασε τον πέλεκύ του. Ήταν κάτι στη φωνή του Ούριεν. Κι ο Ίνγκταρ επίσης ήταν σε εγρήγορση, έτοιμος να πιάσει το σπαθί του, και οι έφιπποι σάλεψαν. Αλλά η Βέριν πλησίασε τον Αελίτη, τόσο που παραλίγο θα άγγιζε το στήθος του, και ύψωσε το βλέμμα της στο πρόσωπο του.
«Δεν είμαι από τις Σοφές που ξέρεις, Ούριεν», επέμεινε. «Είμαι Άες Σεντάι. Πες μου τι μπορείς να πεις για τη Ρουίντιαν».
Αυτός, που ήταν έτοιμος να τα βάλει με είκοσι άνδρες, τώρα φάνηκε να θέλει να το σκάσει μακριά από αυτή την παχουλή γυναίκα με τα μαλλιά που γκρίζαραν. «Μπορώ μονάχα να σου πω ό,τι ξέρουν όλοι. Η Ρουίντιαν βρίσκεται στη γη των Τζεν Άελ, της δέκατης τρίτης φατρίας. Δεν μπορώ να μιλήσω γι’ αυτούς, παρά μόνο να πω το όνομά τους. Κανείς δεν μπορεί να πάει εκεί, εκτός από τις γυναίκες που θέλουν να γίνουν Σοφές και τους άνδρες που θέλουν να γίνουν αρχηγοί φατρίας. Ίσως οι Τζεν Άελ διαλέγουν απ’ αυτούς· δεν ξέρω. Πολλοί πάνε· λίγοι επιστρέφουν, κι αυτοί είναι σημαδεμένοι ανάλογα με το τι είναι — Σοφές, ή αρχηγοί φατριάς. Δεν μπορώ να πω περισσότερα, Άες Σεντάι. Δεν μπορώ».