Выбрать главу

Η Βέριν μίλησε με απαλή φωνή, σχεδόν σαν να μονολογούσε, κοιτάζοντας ακόμα το έδαφος. «Πρέπει να είναι κι αυτό άλλο ένα κομμάτι, αλλά πώς όμως; Άραγε ο Τροχός του Χρόνου υφαίνει νήματα στο Σχήμα για τα οποία δεν ξέρουμε τίποτα; Ή μήπως ο Σκοτεινός αγγίζει πάλι το Σχήμα;»

Ο Πέριν ένιωσε μια παγωνιά.

Η Βέριν σήκωσε το βλέμμα και είδε τους στρατιώτες που έβγαζαν την αρματωσιά τους. «Βιαστείτε!» πρόσταξε, με περισσότερη ένταση απ’ όσο ο Ίνγκταρ και ο Ούνο μαζί. «Πρέπει να βιαστούμε!»

29

Σωντσάν

Ο Τζέφραμ Μπόρνχαλντ δεν έδωσε σημασία στη μυρωδιά των φλεγόμενων σπιτιών και στα πτώματα που κείτονταν φύρδην-μίγδην στο χωματόδρομο. Ο Μπάυαρ και μια φρουρά εκατό έφιππων ανδρών με λευκούς μανδύες μπήκαν πίσω του στο χωριό, η μισή δύναμη που είχε μαζί του. Η λεγεώνα του ήταν αραιά σκορπισμένη, κι αυτό δεν του άρεσε καθόλου, ειδικά τώρα, που οι Ιεροεξεταστές είχαν δικαίωμα να δίνουν διαταγές, αλλά οι οδηγίες του ήταν σαφείς: Υπάκουσε στους Ιεροεξεταστές.

Οι χωρικοί εδώ είχαν προβάλει ελάχιστη αντίσταση· μόνο τα μισά οικήματα έβγαζαν στήλες καπνού. Ο Μπόρνχαλντ είδε ότι το πανδοχείο ήταν ακόμα στη θέση του, πέτρινο και σοβατισμένο, όπως τα περισσότερα κτίρια στην Πεδιάδα Άλμοθ.

Τράβηξε τα χαλινάρια μπροστά στο πανδοχείο και το βλέμμα του προσπέρασε τους αιχμαλώτους, που κρατούσαν οι στρατιώτες του κοντά στο πηγάδι του χωριού και στάθηκε στη μακριά κρεμάλα, η οποία με την παρουσία της διατάρασσε το κοινό λιβάδι του χωριού. Ήταν βιαστικά φτιαγμένη, μονάχα ένα μακρύ κοντάρι με στηρίγματα δεξιά κι αριστερά, αλλά από κει κρέμονταν τριάντα πτώματα, που τα ρούχα τους πετάριζαν στο αεράκι. Υπήρχαν και μικρά κορμάκια ανάμεσα στα μεγάλα. Ακόμα και ο Μπάυαρ τα κοίταξε χωρίς να πιστεύει στα μάτια του.

«Μουάντ!» βρυχήθηκε. Ένας ψαρομάλλης ήρθε σχεδόν τρέχοντας, από εκείνους που φύλαγαν τους αιχμαλώτους. Ο Μουάντ είχε πέσει κάποτε στα χέρια των Σκοτεινόφιλων· το σημαδεμένο πρόσωπο του τρόμαζε ακόμα και τον πιο σκληροτράχηλο. «Είναι δικό σου έργο, Μουάντ, ή των Σωντσάν;»

«Ούτε το ένα ούτε το άλλο, Άρχοντα Ταξιάρχη». Η φωνή του Μουάντ ήταν ένα βραχνό, ψιθυριστό μουγκρητό, άλλο ένα δώρο των Σκοτεινόφιλων. Δεν είπε τίποτα άλλο.

Ο Μπόρνχαλντ συννέφιασε. «Δεν πιστεύω να το ’καναν αυτοί εκεί», είπε, δείχνοντας τους αιχμαλώτους. Τα Τέκνα δεν έδειχναν πια τόσο καθαρά και περιποιημένα, όπως όταν τα είχε φέρει περνώντας το Τάραμπον, αλλά έμοιαζαν έτοιμα για παρέλαση σε σύγκριση με τον όχλο των ανδρών που ζάρωναν κάτω από τα άγρυπνα βλέμματά τους. Κουρελήδες, με κάτι απομεινάρια από αρματωσιά, με πρόσωπα βλοσυρά. Υπολείμματα του στρατού που είχε στείλει το Τάραμπον εναντίον των εισβολέων από το Τόμαν Χεντ.

Ο Μουάντ δίστασε, και μετά είπε προσεκτικά, «Οι χωρικοί λένε ότι φορούσαν μανδύες Ταραμπονέζικους, Άρχοντα Ταξιάρχη μου. Ανάμεσά τους ήταν ένας ψηλός, με γκρίζα μάτια και μακρύ μουστάκι, που μοιάζει δίδυμος με το Τέκνο Ήργουιν, κι ένα παλικαράκι, που προσπαθεί να κρύψει το όμορφο πρόσωπο του μ’ ένα κίτρινο γένι, που πολεμούσε με το αριστερό του χέρι. Μοιάζει πολύ με το Τέκνο Γούαν, Άρχοντα Ταξιάρχη μου».

«Ιεροεξεταστές!» είπε ο Μπόρνχαλντ σαν να έφτυνε. Ο Ήργουιν και ο Γούαν ήταν μεταξύ των ανδρών του που είχε αναγκαστεί να δώσει στη διοίκηση των Ιεροεξεταστών. Είχε ξαναδεί τις τακτικές των Ιεροεξεταστών, αλλά ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε μπροστά του πτώματα παιδιών.

«Αφού το λέει ο Άρχοντας Ταξιάρχης μου». Ο Μουάντ το έκανε να ακουστεί σαν να συμφωνούσε ολόψυχα.

«Κατεβάστε τους», είπε κουρασμένα ο Μπόρνχαλντ. «Κατεβάστε τους, και δώστε στους χωρικούς να καταλάβουν ότι τελείωσαν οι σκοτωμοί». Εκτός αν κάνας βλάκας θελήσει να κάνει τον γενναίο, επειδή τον κοιτάζει κάποια γυναίκα, και τότε αναγκαστώ να τον κάνω παράδειγμα για όλους. Ξεπέζεψε, κοιτάζοντας πάλι τους αιχμαλώτους, καθώς ο Μουάντ έτρεχε, φωνάζοντας να φέρουν σκάλες και μαχαίρια. Είχε να σκεφτεί για άλλα πράγματα, όχι μόνο για τον υπέρμετρο ζήλο των Ιεροεξεταστών· ευχήθηκε να μην είχε καθόλου τους Ιεροεξεταστές στο νου του.

«Δεν αντιστάθηκαν πολύ, Άρχοντα Ταξιάρχη μου», είπε ο Μπάυαρ, «ούτε αυτοί οι Ταραμπονέζοι, ούτε οι λιγοστοί Ντομανοί που απέμειναν. Δαγκώνουν σαν παγιδευμένα ποντίκια, αλλά μόλις τους δαγκώσεις τρέχουν».

«Για να δούμε πώς θα τα πάμε με τους εισβολείς, Μπάυαρ, πριν αρχίσουμε να νιώθουμε ανώτεροι απ’ αυτούς τους ανθρώπους, εντάξει;» Τα πρόσωπα των αιχμαλώτων είχαν μια ηττημένη έκφραση, που υπήρχε πριν έρθουν οι άνδρες του. «Βάλε τον Μουάντ να μου διαλέξει έναν». Το πρόσωπο του Μουάντ αρκούσε από μόνο του να λυγίσει τους περισσότερους. «Κατά προτίμηση κάποιον αξιωματικό. Κάποιον που να φαίνεται αρκετά έξυπνος για να πει αυτά που είδε χωρίς να τα παραφουσκώσει, και αρκετά νέος για να μην είναι ακόμα ξεροκέφαλος. Πες στον Μουάντ να μην του φερθεί με το γάντι, εντάξει; Να τον κάνει να πιστέψει ότι θα του κάνω χειρότερα απ’ ό,τι ονειρεύτηκε ποτέ, εκτός αν καταφέρει να με πείσει». Πέταξε τα χαλινάρια σε ένα Τέκνο και μπήκε στο πανδοχείο.