Выбрать главу

Ο πανδοχέας ήταν εκεί, ως εκ θαύματος, ένας πειθήνιος, ιδρωμένος άνδρας, του οποίου το βρώμικο πουκάμισο τεντωνόταν πάνω από την κοιλιά του, τόσο πολύ που τα κόκκινα κεντητά σπειροειδή στολίσματα κόντευαν να σχιστούν. Ο Μπόρνχαλντ τον έδιωξε με ένα νόημα· είδε αφηρημένα με την άκρη του ματιού μια γυναίκα και κάτι παιδιά, που ζάρωναν σε μια πόρτα, ώσπου ο χοντρός πανδοχέας τους έδιωξε.

Ο Μπόρνχαλντ έβγαλε τα χειρόκτια και κάθισε σ’ ένα τραπέζι. Ήξερε ελάχιστα πράγματα για τους εισβολείς, τους ξένους. Έτσι τους αποκαλούσαν οι περισσότεροι, όσοι έλεγαν κάτι παραπάνω, αντί να παραμιλούν μονάχα για τον Άρτουρ τον Γερακόφτερο. Ήξερε ότι αυτοαποκαλούνταν Σωντσάν, και Χαϊλέν. Μιλούσε κάτι λίγα από την Παλιά Γλώσσα και ήξερε ότι το δεύτερο σήμαινε Εκείνοι που Έρχονται Πριν, ή Πρόδρομοι. Επίσης αυτοαποκαλούνταν Ρυαγκέλ, Εκείνοι που Γυρίζουν στην Πατρίδα, και μιλούσαν για το Κορίν, το Γυρισμό. Σχεδόν τον έκαναν να πιστέψει τις ιστορίες, που έλεγαν ότι οι στρατιές του Άρτουρ του Γερακόφτερου είχαν γυρίσει πίσω. Κανένας δεν ήξερε από πού είχαν έρθει οι Σωντσάν, εκτός του ότι είχαν έρθει με πλοία. Ο Μπόρνχαλντ είχε παρακαλέσει για πληροφορίες τους Θαλασσινούς, αλλά η μόνη απάντηση τους ήταν η σιωπή. Το Άμαντορ δεν έβλεπε με καλό μάτι τους Άθα’αν Μιέρε, κι αυτοί του το ανταπέδιδαν με το παραπάνω. Το μόνο που ήξερε ο Μπόρνχαλντ για τους Σωντσάν ήταν όσα είχε ακούσει από ανθρώπους σαν αυτούς εκεί έξω. Τσακισμένοι, νικημένοι φουκαράδες, που μιλούσαν ιδρωμένοι και με μάτια γουρλωμένα για ανθρώπους που είχαν έρθει, καβαλώντας όχι μόνο άλογα αλλά και τέρατα, που πολεμούσαν με τέρατα στο πλευρό τους, και που έφερναν Άες Σεντάι για να ανοίξουν τη γη κάτω από τα πόδια των εχθρών τους.

Ο ήχος από μπότες στην εξώπορτα τον έκανε να χαμογελάσει πονηρά, αλλά ο Μπάυαρ δεν είχε πλάι του τον Μουάντ. Το Τέκνο του Φωτός που ήταν μαζί του, με το κορμί στητό και το κράνος στον αγκώνα, ήταν ο Τζέραλ, που ο Μπόρνχαλντ νόμιζε πως ήταν εκατό μίλια τουλάχιστον πιο πέρα. Ο νεαρός πάνω από την αρματωσιά του φορούσε ένα μανδύα ραμμένο στο στυλ των Ντομανών με γαλάζιο στρίφωμα, κι όχι το λευκό μανδύα των Τέκνων.

«Ο Μουάντ μιλάει τώρα στον νεαρό, Άρχοντα Ταξιάρχη μου», είπε ο Μπάυαρ. «Το Τέκνο Τζέραλ μόλις ήρθε και φέρνει μήνυμα».

Ο Μπόρνχαλντ έκανε νόημα στον Τζέραλ να αρχίσει.

Ο νεαρός δεν χαλάρωσε καθόλου. «Με τους χαιρετισμούς του Τζάιτσιμ Καρίντιν», άρχισε να λέει, κοιτάζοντας ευθεία μπροστά, «που οδηγεί το Χέρι του Φωτός στη—»

«Δεν θέλω ν’ ακούσω τους χαιρετισμούς του Ιεροεξεταστή», μούγκρισε ο Μπόρνχαλντ, και είδε τον νεαρό που είχε πάρει έκπληκτο ύφος. Ο Τζέραλ ήταν μικρός ακόμα. Αλλά κι ο Μπάυαρ έδειχνε να νιώθει άβολα. «Θα μου πεις το μήνυμά του, εντάξει; Όχι λέξη προς λέξη, παρά μόνο αν σου το ζητήσω. Απλώς πες μου τι θέλει».

Το Τέκνο, που ήταν έτοιμο να τα πει αυτολεξεί, ξεροκατάπιε και άρχισε. «Άρχοντα Ταξιάρχη μου, λέει — λέει ότι έχεις φέρει πολλούς άνδρες και τους έχεις υπερβολικά κοντά στο Τόμαν Χεντ. Λέει ότι οι Σκοτεινόφιλοι στην Πεδιάδα Άλμοθ πρέπει να ξεριζωθούν, και πρέπει —συγχώρεσέ με, Άρχοντα Ταξιάρχη μου— πρέπει να γυρίσεις αμέσως πίσω και να κατευθυνθείς προς το κέντρο της πεδιάδας». Στάθηκε αλύγιστος, περιμένοντας.

Ο Μπόρνχαλντ τον κοίταξε εξεταστικά. Η σκόνη της πεδιάδας είχε λερώσει τις μπότες και το μανδύα του Τζέραλ, ακόμα και το πρόσωπο του. «Πήγαινε να φας κάτι», του είπε ο Μπόρνχαλντ. «Σε κάποιο από τα σπίτια θα έχει νερό να πλυθείς, αν θέλεις. Ξαναέλα να με βρεις σε μια ώρα. Θα έχω μερικά μηνύματα να μεταφέρεις». Έκανε ένα νόημα για να διώξει τον νεαρό.

«Οι Ιεροεξεταστές μπορεί να έχουν δίκιο, Άρχοντα Ταξιάρχη μου», είπε ο Μπάυαρ όταν έφυγε ο Τζέραλ. «Υπάρχουν πολλά χωριά σκορπισμένα στην πεδιάδα και οι Σκοτεινόφιλοι—»

Τα λόγια του κόπηκαν, όταν το χέρι του Μπόρνχαλντ έπεσε βαρύ στο τραπέζι. «Ποιοι Σκοτεινόφιλοι; Στα χωριά που κατέλαβε δεν είδα τίποτα, παρά μόνο γεωργούς και τεχνίτες, οι οποίοι φοβούνταν μήπως τους κάψουμε τη σοδειά και τα μαγαζιά, και μερικές γριούλες που φροντίζουν τους αρρώστους». Το πρόσωπο του Μπάυαρ ήταν ένας πίνακας αφιερωμένος στην έλλειψη οποιασδήποτε έκφρασης· είχε περισσότερο ζήλο από τον Μπόρνχαλντ, όταν ήταν να βρουν Σκοτεινόφιλους. «Και τα παιδιά, Μπάυαρ; Τα παιδιά εδώ γίνονται Σκοτεινόφιλοι;»