Выбрать главу

«Τα αμαρτήματα της μητρός φτάνουν ως την πέμπτη γενεά», παρέθεσε ο Μπάυαρ, «και τα αμαρτήματα του πατρός ως τη δέκατη». Αλλά φαινόταν ταραγμένος. Ακόμα και ο Μπάυαρ δεν είχε σκοτώσει παιδί.

«Μπάυαρ, έτυχε καμιά φορά να αναρωτηθείς γιατί ο Καρίντιν πήρε τα λάβαρά μας, και τους μανδύες των ανδρών, οι οποίοι τώρα είναι υπό τις διαταγές των Ιεροεξεταστών. Ακόμα και οι ίδιοι οι Ιεροεξεταστές έχουν βγάλει το λευκό. Αυτό κάτι δείχνει, ε;»

«Θα έχει τους λόγους του, Άρχοντα Ταξιάρχη», είπε ο Μπάυαρ αργά. «Οι Ιεροεξεταστές πάντα έχουν τους λόγους τους, ακόμα κι όταν δεν τους λένε σε μας τους άλλους».

Ο Μπόρνχαλντ προσπάθησε να μην ξεχάσει ότι ο Μπάυαρ ήταν καλός στρατιώτης. «Τα Τέκνα στο βορρά φορούν μανδύες των Ταραμπονέζων, Μπάυαρ, και στο νότο των Ντομανών. Αυτό μου βάζει ιδέες στο μυαλό που δεν μου αρέσουν. Υπάρχουν Σκοτεινόφιλοι εδώ, αλλά είναι στο Φάλμε, όχι στην πεδιάδα. Όταν φύγει ο Τζέραλ, δεν θα φύγει μόνος. Θα σταλούν μηνύματα σε όλες τις ομάδες των Τέκνων που ξέρω πώς να τις βρω. Σκοπεύω να πάρω τη λεγεώνα στο Τόμαν Χεντ, Μπάυαρ, και να δω τι ετοιμάζουν οι πραγματικοί Σκοτεινόφιλοι, αυτοί οι Σωντσάν».

Ο Μπάυαρ έδειξε σαν κάτι να τον προβλημάτιζε, αλλά, πριν ανοίξει το στόμα, εμφανίστηκε ο Μουάντ μ’ έναν αιχμάλωτο. Ο ιδρωμένος νεαρός, που φορούσε ένα χτυπημένο, στολισμένο θώρακα, έριχνε τρομαγμένες ματιές στο απαίσιο πρόσωπο του Μουάντ.

Ο Μπόρνχαλντ τράβηξε το εγχειρίδιό του και άρχισε να κόβει τα νύχια του. Δεν είχε καταλάβει ποτέ γιατί μερικοί ένιωθαν νευρικότητα μπροστά σ’ αυτό το θέαμα, αλλά πάντως το χρησιμοποιούσε. Ακόμα και το πατρικό του χαμόγελο έκανε το βρώμικο πρόσωπο του αιχμαλώτου να χλομιάσει. «Τώρα, νεαρέ μου, θα μου πεις ό,τι ξέρεις γι’ αυτούς τους ξένους, εντάξει; Αν θελήσεις να σκεφτείς πριν απαντήσεις, θα σε στείλω έξω μαζί με το Τέκνο Μουάντ για να το συλλογιστείτε μαζί».

Ο αιχμάλωτος έριξε μια γουρλωμένη ματιά στον Μουάντ. Έπειτα οι λέξεις άρχισαν να βγαίνουν από μέσα του ποτάμι.

Τα μακριά, χαμηλά κύματα του Ωκεανού Άρυθ έκαναν το Αφρόνερο να παλαντζάρει, αλλά ο Ντόμον κρατούσε την ισορροπία του με απλωμένα πόδια, καθώς είχε κολλημένο στο μάτι του το μακρύ σωλήνα του κιαλιού και κοίταζε εξεταστικά το μεγάλο σκάφος που τους καταδίωκε. Που τους καταδίωκε και σιγά-αιγά τους προσπερνούσε. Ο άνεμος που έσπρωχνε το Αφρόνερο δεν ήταν ούτε πολύ βολικός ούτε πολύ δυνατός, αλλά ήταν ο καλύτερος για τώρα, όπως φαινόταν όταν το άλλο πλοίο έπεφτε με δύναμη πάνω στα κύματα, τινάζοντας βουνά από αφρούς. Στα ανατολικά πρόβαλλε η ακτή του Τόμαν Χεντ, με τις σκοτεινές, απόκρημνες πλαγιές της και τις στενές αμμώδεις παραλίες. Ο Ντόμον είχε αποφύγει να βγάλει το Αφρόνερο στα ανοιχτά και τώρα φοβόταν πως ίσως το πλήρωνε ακριβά.

«Ξένοι, Καπετάνιε;» Η φωνή του Γιάριν είχε τον απόηχο του ιδρώτα του. «Είναι πλοίο ξένων;»

Ο Ντόμον κατέβασε το κιάλι, αλλά στο βλέμμα του είχε ακόμα το ψηλό, τετραγωνισμένο πλοίο με τα παράξενα ριγέ πανιά του. «Σωντσάν», είπε, και άκουσε τον Γιάριν να βογκά. Ταμπούρλισε με τα χοντρά του δάχτυλα την κουπαστή, και μετά είπε στον τιμονιέρη, «Πάρε το πιο μέσα. Αυτό το πλοίο δεν δα τολμήσει να μπει στα ρηχά νερά που μπορεί να πάει το Αφρόνερο».

Ο Γιάριν έδωσε εντολές και οι ναύτες έτρεξαν να κατεβάσουν τις μπούμες, καθώς ο τιμονιέρης γυρνούσε το πηδάλιο, στρίβοντας το πλοίο προς την κατεύθυνση της ακτής. Το Αφρόνερο πήγαινε πιο αργά, κόντρα στον άνεμο, αλλά ο Ντόμον ήταν σίγουρος ότι θα έφτανε τα ρηχά πριν τους πλησιάσει το άλλο σκάφος. Ακόμα κι αν τα αμπάρια του ήταν γεμάτα, θα μπορούσε να αρμενίσει σε πιο ρηχά νερά απ’ όσο αυτό το μεγάλο σκαρί.

Το πλοίο του δεν βούλιαζε τόσο πολύ στο νερό όσο όταν ερχόταν από το Τάντσικο. Το ένα τρίτο των πυροτεχνημάτων που είχαν πάρει από κει είχαν φύγει, τα είχαν πουλήσει στα χωριά των ψαράδων του Τόμαν Χεντ, αλλά μαζί με το ασήμι που είχαν πάρει για να πυρομαχικά, είχαν έρθει και μερικές ανησυχητικές ειδήσεις. Οι άνθρωποι μιλούσαν για επισκέψεις από τα ψηλά, άχαρα πλοία των εισβολέων. Όταν τα πλοία των Σωντσάν αγκυροβολούσαν στ’ ανοιχτά, οι χωρικοί, που μαζεύονταν για να υπερασπίσουν τα σπίτια τους, δέχονταν χτυπήματα από αστραπές που έπεφταν από τον ουρανό και η γη άνοιγε κάτω από τα πόδια τους ξερνώντας φωτιά, ενώ οι εισβολείς έβγαιναν με μικρές βάρκες στην παραλία. Ο Ντόμον είχε πιστέψει πως άκουγε παραμύθια, μέχρι που του έδειξαν το μαυρισμένο έδαφος, και είχε δει τα ίδια σε τόσα χωριά που δεν αμφέβαλλε πλέον. Οι χωρικοί έλεγαν πως πλάι στους στρατιώτες Σωντσάν πολεμούσαν τέρατα, όχι ότι υπήρχε μεγάλη αντίσταση, και μάλιστα μερικοί υποστήριζαν πως και οι ίδιοι οι Σωντσάν ήταν τέρατα, με κεφάλια σαν πελώρια έντομα.