Выбрать главу

Στο Τάντσικο κανένας δεν ήξερε καν πως τους έλεγαν, και οι Ταραμπονέζοι μιλούσαν με αυτοπεποίθηση για τους στρατιώτες τους, που θα ξανάριχναν τους εισβολείς στη θάλασσα. Αλλά η κατάσταση ήταν διαφορετική στις παραθαλάσσιες πόλεις. Οι Σωντσάν έλεγαν στους έκπληκτους ανθρώπους ότι έπρεπε να ξαναδώσουν τους όρκους που είχαν πατήσει, αν και δεν καταδέχονταν να εξηγήσουν πότε τους είχαν πατήσει και τι σήμαιναν οι όρκοι αυτοί. Έπαιρναν τις κοπέλες μια-μια για να τις εξετάσουν, και μερικές τις πήγαιναν στα πλοία, απ’ όπου δεν ξαναεμφανίζονταν ποτέ. Εξαφανίζονταν επίσης και κάποιες μεγαλύτερες σε ηλικία, κάποιες από τις Οδηγούς και τις Θεραπεύτριες. Οι Σωντσάν διάλεγαν καινούργιους δημάρχους και καινούργια συμβούλια, και απ’ όσους διαμαρτύρονταν για τις εξαφανίσεις των γυναικών, ή για το ότι δεν συμμετείχαν στην επιλογή, μερικοί γίνονταν ξαφνικά παρανάλωμα σε φλόγες, και μερικούς τους κρεμούσαν ή τους παραμέριζαν σαν σκυλάκια που γάβγιζαν. Δεν ήξερε κανείς από πριν τι θα γινόταν, μόνο όταν ήταν πολύ αργά.

Κι όταν πια οι άνθρωποι ήταν τρομοκρατημένοι, τους έβαζαν να γονατίσουν και να ορκιστούν, σαστισμένοι, ότι θα υπάκουγαν τους Προδρόμους, θα περίμεναν το Γυρισμό και θα υπηρετούσαν Εκείνους που Γυρίζουν στην Πατρίδα, και μετά οι Σωντσάν έφευγαν και συνήθως δεν ξαναγυρνούσαν, Λεγόταν ότι το Φάλμε ήταν η μόνη πόλη που είχαν κρατήσει.

Σε μερικά από τα χωριά που είχαν αφήσει, οι άνθρωποι προσπαθούσαν να ξαναβρούν την προηγούμενη ζωή τους, σε σημείο που μερικοί έλεγαν να επανεκλέξουν το Συμβούλιο του χωριού τους· μα οι περισσότεροι κοίταζαν νευρικά τη θάλασσα και διαμαρτύρονταν κατάχλομοι ότι σκόπευαν να κρατήσουν τους όρκους που είχαν δώσει, έστω κι αν δεν τους καταλάβαιναν.

Ο Ντόμον δεν είχε την παραμικρή πρόσθεση να συναντήσει Σωντσάν, αν μπορούσε να το αποφύγει.

Σήκωνε το κιάλι για να δει μήπως διέκρινε κάτι στα καταστρώματα των Σωντσάν που πλησίαζαν, όταν με δυνατό βρόντο η επιφάνεια της θάλασσας έσπασε και πετάχτηκε ένα σιντριβάνι από νερό και φωτιά, ούτε εκατό απλωσιές από την αριστερή πλευρά του πλοίου. Πριν προλάβει καν να μείνει με το στόμα ανοιχτό, άλλη μια στήλη φωτιάς έσχισε τη θάλασσα από την άλλη πλευρά, κι ενώ γυρνούσε για να κοιτάξει εκεί, μια τρίτη τινάχτηκε από μπροστά. Οι εκρήξεις έσβησαν γοργά όπως είχαν γεννηθεί, και τα αφρισμένα κύματά τους έφτασαν ως το κατάστρωμα. Στο σημείο που είχαν φανεί, η θάλασσα φούσκωνε και άχνιζε, σαν να έβραζε.

«Θα... θα φτάσουμε στα ρηχά πριν προλάβουν να μας πλησιάσουν», είπε ο Γιάριν αργά. Φαινόταν ότι απέφευγε να κοιτάξει το νερό, που ανάβραζε κάτω από τα σύννεφα της αχλής.

Ο Ντόμον κούνησε το κεφάλι. «Ό,τι κι αν έκαναν, μπορούν να μας συντρίψουν, ακόμα κι αν το πάω μέσα στα βράχια». Ανατρίχιασε, όταν σκέφτηκε τις φλόγες μέσα στα σιντριβάνια και τα αμπάρια του, που ήταν γεμάτα βεγγαλικά. «Που να με φάει η μοίρα μου, ίσως δεν πνιγούμε καν». Τράβηξε το γένι του και έτριψε το γυμνό πάνω χείλος του, μην θέλοντας να δώσει τη διαταγή —το σκάφος και το εμπόρευμά του ήταν τα μόνα του υπάρχοντα— μα τελικά κατόρθωσε να μιλήσει. «Φέρε την στον άνεμο, Γιάριν, και κατέβασε τα πανιά. Βιάσου, άνθρωπέ μου, βιάσου! Μην νομίσουν ότι ακόμα πάμε να το σκάσουμε».

Καθώς οι ναύτες έτρεχαν να κατεβάσουν τα τριγωνικά πανιά, ο Ντόμον γύρισε για να δει το πλοίο των Σωντσάν που πλησίαζε. Το Αφρόνερο έχασε το προβάδισμά του κι έμεινε να κλυδωνίζεται στα φουσκωμένα κύματα. Το άλλο σκάφος στεκόταν στη θάλασσα ψηλότερα από το πλοίο του Ντόμον και είχε ξύλινους πύργους στην πλώρη και την πρύμνη. Υπήρχαν άνδρες στα ξάρτια, που ανέβαζαν εκείνα τα παράξενα πανιά, και στους πύργους στέκονταν αρματωμένες μορφές. Μια μακριά λέμβος κατέβηκε στο πλάι και πλησίασε το Αφρόνερο με δέκα κουπιά. Μετέφερε πάνοπλες φιγούρες και —ο Ντόμον ανοιγόκλεισε τα μάτια ξαφνιασμένος— δυο γυναίκες που ζάρωναν στην πρύμνη. Η λέμβος χτύπησε απαλά το κύτος του Αφρόνερου.

Πρώτος ανέβηκε ένας από τους αρματωμένους και ο Ντόμον είδε αμέσως γιατί μερικοί χωρικοί ισχυρίζονταν ότι και οι ίδιοι οι Σωντσάν ήταν τέρατα. Το κράνος έμοιαζε πολύ με κεφάλι τερατώδους εντόμου, με λεπτές κόκκινες προεξοχές σαν κεραίες· ο αρματωμένος έμοιαζε σαν να κοίταζε μέσα από δαγκάνες. Ήταν βαμμένο κι επιχρυσωμένο, για να τονίζει την εντύπωση, και η υπόλοιπη πανοπλία του άνδρα ήταν επίσης βαμμένη και επιχρυσωμένη. Επικαλυπτόμενα ελάσματα, μαύρα και χρυσά με χρυσές άκρες, κάλυπταν το στήθος του και κατέβαιναν στο εξωτερικό των μπράτσων του και στο μπροστινό μέρος των μηρών του. Ακόμα και τα ατσάλινα ελάσματα των χειρόκτιών του ήταν κόκκινα και χρυσά. Όπου δεν φορούσε μέταλλο, τα ρούχα του δερμάτινα, σκούρα. Το γιγάντιο σπαθί στην πλάτη του, με την κυρτή του λεπίδα, είχε λαβή και θήκη από μαύρο και κόκκινο δέρμα.