Выбрать главу

Μετά η αρματωμένη μορφή έβγαλε το κράνος και ο Ντόμον την κοίταζε χάσκοντας. Ήταν γυναίκα. Τα μελαχρινά μαλλιά της ήταν κομμένα κοντά, το πρόσωπο της σκληρό, αλλά δεν γελιόταν. Δεν είχε ακούσει ποτέ ότι γινόταν τέτοιο πράγμα, παρά μόνο μεταξύ των Αελιτών, αλλά ήταν γνωστό ότι οι Λολίτες ήταν παλαβοί. Επίσης τον σάστιζε το γεγονός ότι το πρόσωπο της δεν έμοιαζε τόσο διαφορετικό όσο θα περίμενε από μια Σωντσάν. Εντάξει, τα μάτια της ήταν γαλανά και το δέρμα της κάτασπρο, αλλά αυτά τα είχε ξαναδεί. Αν αυτή η γυναίκα φορούσε φόρεμα, κανένας δεν θα την κοίταζε δεύτερη φορά. Τη είδε καλά και αναθεώρησε τη γνώμη του, αυτό το παγωμένο βλέμμα και τα ζυγωματικά που έδειχναν σκληρότητα σίγουρα θα προκαλούσαν σχόλια.

Οι άλλοι στρατιώτες ακολούθησαν τη γυναίκα στο κατάστρωμα. Ο Ντόμον ένιωσε ανακούφιση, όταν μερικοί έβγαλαν τα κράνη και ήταν άνδρες· άνδρες με μαύρα μάτια, ή καστανά, που θα περνούσαν απαρατήρητοι στο Τάντσικο ή στο Ίλιαν. Είχε αρχίσει να βλέπει οράματα με σπαθοφόρες γαλανομάτισσες. Άες Σεντάι με σπαθιά, σκέφτηκε, καθώς θυμόταν τη θάλασσα που είχε εκραγεί.

Η Σωντσάν περιεργάστηκε το πλοίο αλαζονικά, και μετά ξεχώρισε τον Ντόμον ως καπετάνιο —ή αυτός θα ήταν ή ο Γιάριν, σύμφωνα με τα ρούχα τους· ο Γιάριν είχε κλείσει τα μάτια και προσευχόταν μουρμουριστά, κάτι που έδειχνε πιθανότερο τον Ντόμον— και τον κάρφωσε μ’ ένα βλέμμα σαν λόγχη.

«Υπάρχουν γυναίκες στο πλήρωμα ή μεταξύ των επιβατών σου;» Μίλησε σέρνοντας ελαφρά τα λόγια της, έτσι που δύσκολα καταλαβαινόταν, αλλά η φωνή της είχε μια ένταση, που έλεγε ότι είχε συνηθίσει να κάνει αυτή τις ερωτήσεις. «Μίλα, άνθρωπέ μου, αν είσαι ο καπετάνιος. Αν όχι, ξύπνα τον άλλο και πες του να μιλήσει».

«Εγώ είμαι ο καπετάνιος, Αρχόντισσά μου», είπε επιφυλακτικά ο Ντόμον. Δεν είχε ιδέα πώς έπρεπε να την προσφωνήσει, και δεν ήθελε να κάνει λάθος. «Δεν έχω επιβάτες, και δεν υπάρχουν γυναίκες στο πλήρωμά μου». Σκέφτηκε τα κορίτσια και τις γυναίκες που είχαν πάρει οι Σωντσάν, και αναρωτήθηκε, για άλλη μια φορά, τι τις ήθελαν.

Οι δύο γυναίκες, που ήταν ντυμένες σαν γυναίκες, έρχονταν από τη λέμβο, και η μια τραβούσε την άλλη —ο Ντόμον ανοιγόκλεισε τα μάτια— με ένα λουρί από ασημί μέταλλο, καθώς ανέβαιναν στο σκάφος. Το λουρί ξεκινούσε από το βραχιόλι που φορούσε η μια γυναίκα και κατέληγε σε ένα περιλαίμιο που φορούσε η δεύτερη. Ο Ντόμον δεν καταλάβαινε αν ήταν αλυσιδωτό ή αρθρωτό —έμοιαζε να είναι και τα δύο— αλλά ήταν ολοφάνερα ίδιας κατασκευής με το βραχιόλι και το περιλαίμιο. Η πρώτη γυναίκα τύλιξε το λουρί σε κουλούρες, όταν η άλλη έφτασε στο κατάστρωμα. Η γυναίκα με το περιλαίμιο, η οποία φορούσε απλό σκουρόγκριζο φόρεμα, στάθηκε με τα χέρια σταυρωμένα και το βλέμμα στις σανίδες κάτω από τα πόδια της. Η άλλη είχε κόκκινα διακριτικά, με διχαλωτούς, ασημένιους κεραυνούς στο στήθος και χαμηλά στο πλάι του γαλάζιου φορέματός της, που σταματούσε λίγο πριν τους αστραγάλους της, πάνω από τις μπότες της. Ο Ντόμον κοίταξε τη γυναίκα ανήσυχος.

«Μίλα αργά, άνθρωπέ μου», απαίτησε η γαλανομάτα με τη συρτή ομιλία της. Διέσχισε το κατάστρωμα για να σταθεί μπροστά του και, παρ’ όλο που ύψωσε το βλέμμα για να τον δει, φαινόταν να είναι ψηλότερη και πιο μεγαλόσωμή απ’ αυτόν. «Είσαι ακόμα πιο δύσκολος να σε καταλάβω από τους άλλους σ’ αυτή την Φωτοκατάρατη χώρα. Κατ δεν ισχυρίζομαι πως έχω κι εγώ το Αίμα — ακόμα. Μετά το Κορίν... Είμαι η Κυβερνήτρια Εγκήνιν».

Ο Ντόμον τα επανέλαβε, προσπαθώντας να μιλήσει αργά, και πρόσθεσε, «Είμαι ένας φιλήσυχος έμπορος, Κυβερνήτρια. Δεν έχω κακό σκοπό, και δεν ανακατεύομαι στον πόλεμο σας». Άθελά του, κοίταζε πάλι τις δύο γυναίκες που τις ένωνε το λουρί.

«Φιλήσυχος έμπορος;» είπε στοχαστικά η Εγκήνιν. «Σ’ αυτή την περίπτωση, θα είσαι ελεύθερος να φύγεις μόλις ορκιστείς ξανά υποταγή». Πρόσεξε τις ματιές του και γύρισε για να χαμογελάσει προς τις δύο γυναίκες με τη χαρά του ιδιοκτήτη. «Θαυμάζεις τη νταμέην μου; Μου στοίχισε ακριβά, αλλά αξίζει και με το παραπάνω. Λίγοι έχουν νταμέην εκτός από τους ευγενείς, και οι πιο πολλές είναι ιδιοκτησία του θρόνου. Είναι δυνατή, έμπορε. Θα τσάκιζε το πλοίο σου στα δύο, αν το επιθυμούσα».

Ο Ντόμον κοίταζε τις γυναίκες και το ασημένιο λουρί. Είχε συσχετίσει τα φλογερά σιντριβάνια στη θάλασσα με εκείνη που φορούσε τον κεραυνό, και είχε υποθέσει πως ήταν Άες Σεντάι. Αυτό που είχε πει τώρα η Εγκήνιν τον έκανε να ζαλιστεί. Κανένας δεν θα μπορούσε να το κάνει αυτό σε μια... «Είναι Άες Σεντάι;» είπε, χωρίς να πιστεύει στ’ αυτιά του.