Выбрать главу

Δεν είδε το αυθόρμητο, ανάποδο χαστούκι που δέχθηκε. Παραπάτησε· το ατσάλινο χειρόκτιό της του είχε σκίσει το χείλος.

«Δεν λέμε ποτέ αυτό το όνομα», είπε η Εγκήνιν με απειλητικά χαμηλή φωνή. «Υπάρχουν μόνο νταμέην, οι Δεμένες, και τώρα υπηρετούν, όχι μόνο κατ’ όνομα, αλλά και στ’ αλήθεια». Τα μάτια της έκαναν τον πάγο να μοιάζει ζεστός.

Ο Ντόμον κατάπιε αίμα και κράτησε το χέρι κατεβασμένο στο πλάι, σφίγγοντας τη γροθιά του. Αν είχε κοντά του σπαθί, δεν θα οδηγούσε το πλήρωμά του στη σφαγή ενάντια σε δέκα-δώδεκα αρματωμένους στρατιώτες, αλλά δυσκολεύτηκε να μιλήσει με ταπεινή φωνή. «Δεν ήθελα να δείξω ασέβεια, Κυβερνήτρια. Δεν ξέρω τίποτα για σας και για τις συνήθειες σας. Αν πρόσβαλλα, έγινε από αμάθεια, όχι από πρόθεση».

Εκείνη τον κοίταξε και μετά είπε, «Είστε όλοι αμαθείς, Καπετάνιε, αλλά θα πληρώσετε το χρέος των πατέρων σας. Αυτή η γη ήταν δική μας, και θα ξαναγίνει δική μας. Με το Γυρισμό, όλα θα ξαναγίνουν δικά μας». Ο Ντόμον δεν ήξερε τι να πει –Δεν φαντάζομαι να εννοεί ότι εκείνες οι σαχλαμάρες για τον Άρτουρ τον Γερακόφτερο είναι αλήθεια;– κι έτσι δεν άνοιξε το στόμα του. «Θα σαλπάρεις για το Φάλμε» —προσπάθησε να διαμαρτυρηθεί, αλλά το άγριο βλέμμα της τον έκανε να σωπάσει— «όπου θα εξετάσουν το πλοίο σου κι εσένα. Αν δεν είσαι παρά ένας φιλήσυχος έμπορος, όπως υποστηρίζεις, τότε θα σου επιτρέψουν να συνεχίσεις το δρόμο σου, όταν δώσετε τους όρκους».

«Τους όρκους, Κυβερνήτρια; Ποιους όρκους;»

«Να υπακούτε, να περιμένετε, και να υπηρετείτε. Οι πρόγονοί σου έπρεπε να τους θυμούνται».

Μάζεψε τους ανθρώπους της —με εξαίρεση έναν άνδρα με απλή αρματωσιά, κάτι που έδειχνε τον κατώτερο βαθμό του, όπως φαινόταν επίσης και από το πόσο βαθιά ήταν η υπόκλισή του προς την Κυβερνήτρια Εγκήνιν— και η λέμβος τους κατευθύνθηκε προς το άλλο πλοίο. Ο Σωντσάν που είχε μείνει δεν έδωσε καμία διαταγή, απλώς κάθισε σταυροπόδι στο κατάστρωμα και άρχισε να ακονίζει το σπαθί του, ενώ το πλήρωμα ανέβαζε τα πανιά και το πλοίο ξεκινούσε. Δεν έμοιαζε να φοβάται που ήταν μόνος, και ο Ντόμον προσωπικά θα έριχνε στη θάλασσα όποιον ναύτη σήκωνε έστω χέρι πάνω του, διότι, καθώς το Αφρόνερο προχωρούσε πλάι στην ακτή, το πλοίο των Σωντσάν ακολουθούσε, στα βαθύτερα νερά πιο έξω. Ένα μίλι χώριζε τα δύο σκάφη, αλλά ο Ντόμον ήξερε ότι δεν υπήρχε καμία ελπίδα να ξεφύγουν, και σκόπευε να παραδώσει τον άνδρα στην Κυβερνήτρια Εγκήνιν σώο κι αβλαβή, σαν να ήταν στην αγκαλιά της μάνας του.

Το ταξίδι για το Φάλμε ήταν μακρύ και ο Ντόμον τελικά έπεισε τον Σωντσάν να μιλήσει, λιγάκι. Ήταν μεσήλικας, με μαύρα μάτια, με μια παλιά ουλή πάνω από το βλέφαρο και άλλη μια στο σαγόνι. Το όνομά του ήταν Κάμπαν και έτρεφε μεγάλη περιφρόνηση για όσους ήταν απ’ αυτή την πλευρά του Ωκεανού Άρυθ. Αυτό έκανε τον Ντόμον να κοντοσταθεί για μια στιγμή. Ίσως οι Σωντσάν είναι στ’ αλήθεια... Μπα, αυτό είναι τρέλα. Η ομιλία του Κάμπαν ήταν συρτή, σαν της Εγκήνιν, αλλά η δική της ήταν μετάξι που κυλούσε σε σίδερο, ενώ η δική του δέρμα που ξυνόταν σε βράχο, και προτιμούσε να μιλά για μάχες, ποτό και τις γυναίκες που είχε γνωρίσει. Μερικές φορές, ο Ντόμον δεν ήξερε αν αυτός ο άνθρωπος μιλούσε για το εδώ και τώρα, ή για το μέρος απ’ όπου είχαν έρθει, όποιο κι αν ήταν. Πάντως δεν έλεγε λέξη γι’ αυτά που ήθελε να μάθει ο Ντόμον.

Κάποια φορά ο Ντόμον ρώτησε για τις νταμέην. Ο Κάμπαν άπλωσε το χέρι από κει που καθόταν μπροστά στον τιμονιέρη και άγγιξε με τη μύτη του σπαθιού του το λαιμό του Ντόμον. «Πρόσεχε τι ακουμπά η γλώσσα σου, ειδάλλως θα τη χάσεις. Αυτά είναι δουλειά του Αίματος, όχι της δικής σου φάρας. Ή της δικής μου». Χαμογελούσε καθώς το έλεγε, και μετά ξανάρχισε να περνά την ακονόπετρα στην κόψη της βαριάς, κυρτής λεπίδας του.

Ο Ντόμον άγγιξε το σημείο απ’ όπου έβγαιναν σταγόνες αίμα πάνω από το κολάρο του και αποφάσισε να μην ξαναρωτήσει, τουλάχιστον αυτό.

Όσο πλησίαζαν τα δύο σκάφη στο Φάλμε, τόσο περισσότερα πλοία των Σωντσάν προσπερνούσαν, με την ψηλή, τετραγωνισμένη εμφάνιση· μερικά αρμένιζαν με τα πανιά υψωμένα, αλλά τα περισσότερα ήταν αγκυροβολημένα. Όλα είχαν απότομη καρίνα και πύργους, τόσο μεγάλους που ο Ντόμον πρώτη φορά έβλεπε τέτοια, ακόμα και μεταξύ των Θαλασσινών. Μερικά σκάφη ντόπιων, με μυτερές πλώρες και γερτά πανιά, πηγαινοέρχονταν, σχίζοντας τα πρασινωπά, φουσκωμένα κύματα. Αυτό το θέαμα του έδωσε την πεποίθηση ότι η Εγκήνιν έλεγε την αλήθεια, όταν είχε πει ότι θα τον άφηναν να φύγει.

Όταν το Αφρόνερο βγήκε πλάι στο ακρωτήριο, όπου στεκόταν το Φάλμε, ο Ντόμον κοίταξε με ανοιχτό στόμα τον αριθμό των πλοίων των Σωντσάν που ήταν αγκυροβολημένα έξω από το λιμάνι. Έκανε να τα μετρήσει και τα παράτησε στα εκατό, μην έχοντας φτάσει καν στα μισά. Είχε ξαναδεί τόσα πλοία στο ίδιο μέρος —στο Ίλιαν, και στο Δάκρυ, ακόμα και στο Τάντσικο, αλλά ανάμεσα σε εκείνα υπήρχαν και πολλά μικρότερα σκάφη. Μουρμουρίζοντας βαρύθυμα μόνος του, έβαλε το Αφρόνερο στο λιμάνι, ενώ πίσω του ήταν το μεγάλο σκυλί-φύλακας, το πλοίο των Σωντσάν.