Το Φάλμε στεκόταν σε μια γλώσσα στεριάς, ακριβώς στη μύτη του Τόμαν Χεντ. Ψηλοί γκρεμοί έφταναν ως την είσοδο του λιμανιού και από τις δύο πλευρές, και πάνω στον έναν, εκεί που όλα τα πλοία έπρεπε να περάσουν από κάτω τους, στεκόταν οι πύργοι των Παρατηρητών Πάνω από τα Κύματα. Ένα κλουβί κρεμόταν από το πλάι ενός πύργου κι ένας άνδρας καθόταν εκεί με απελπισμένο ύφος, με τα πόδια του να κρέμονται ανάμεσα από τα κάγκελα.
«Ποιος είναι αυτός;» ρώτησε ο Ντόμον.
Ο Κάμπαν είχε επιτέλους πάψει να ακονίζει το σπαθί του, ενώ ο Ντόμον αναρωτιόταν πια αν ήθελε να ξυριστεί μ’ αυτό. Ο Σωντσάν σήκωσε το βλέμμα εκεί που έδειχνε ο Ντόμον. «Α. Αυτός είναι ο Πρώτος Παρατηρητής. Όχι εκείνος που καθόταν στην θέση όταν ήρθαμε, φυσικά. Όταν πεθαίνει, διαλέγουν άλλον, και τον βάζουμε στο κλουβί».
«Μα γιατί;» ζήτησε να μάθει ο Ντόμον.
Το χαμόγελο του Κάμπαν ήταν γεμάτο δόντια. «Παρατηρούσαν το λάθος πράγμα και ξέχασαν αυτό που έπρεπε να θυμούνται».
Ο Ντόμον τράβηξε το βλέμμα από τον Σωντσάν. Το Αφρόνερο κατηφόρισε το τελευταίο φούσκωμα της θάλασσας και μπήκε στα γαλήνια νερά του λιμανιού. Εγώ είμαι έμπορος και αυτά δεν είναι δουλειά μου. Το Φάλμε ξεκινούσε από την πέτρινη προκυμαία και ανηφόριζε στις πλαγιές του λακκώματος που σχημάτιζε το λιμάνι. Ο Ντόμον δεν ήξερε να πει αν τα σπίτια από σκούρα πέτρα σχημάτιζαν ένα μεγάλο χωριό ή μια μικρή πόλη. Πάντως δεν έβλεπε πουθενά κτίριο που να συγκρίνεται και με το μικρότερο παλάτι του Ίλιαν.
Οδήγησε το Αφρόνερο σε ένα σημείο μιας αποβάθρας και αναρωτήθηκε, ενώ το πλήρωμα έδενε βιαστικά το πλοίο, μήπως οι Σωντσάν αγόραζαν κάτι από τα πυροτεχνήματα που είχε μαζί του. Δεν είναι δική μου δουλειά.
Προς έκπληξή του, η Εγκήνιν είχε έρθει με τη λέμβο στην αποβάθρα, μαζί με την νταμέην της. Αυτή τη φορά μια άλλη γυναίκα φορούσε το βραχιόλι, με τα κόκκινα διακριτικά και το διχαλωτό κεραυνό στο φόρεμά της, αλλά η νταμέην ήταν η ίδια γυναίκα με το λυπημένο πρόσωπο, που δεν σήκωνε το κεφάλι αν δεν της μιλούσαν. Η Εγκήνιν έβαλε να πάρουν τον Ντόμον και το πλήρωμά του από το πλοίο του και να καθίσουν στο ντόκο, κάτω από τα βλέμματα δύο στρατιωτών της —φαινόταν να πιστεύει ότι δεν χρειαζόταν περισσότεροι, και ο Ντόμον δεν ήθελε να διαφωνήσει μαζί της— ενώ άλλοι στρατιώτες έψαχναν το Αφρόνερο υπό τις οδηγίες της. Στην έρευνα πήρε μέρος και η νταμέην.
Ένα πράγμα εμφανίστηκε πιο κάτω στον ντόκο. Ο Ντόμον δεν έβρισκε άλλο τρόπο να το περιγράψει. Ένα ογκώδες, άχαρο πλάσμα, με σκληρό γκριζοπράσινο πετσί και σφηνοειδές κεφάλι μ’ ένα ράμφος για στόμα. Και τρία μάτια. Προχωρούσε με βαριά βήματα πλάι σ’ έναν στρατιώτη, του οποίου η αρματωσιά είχε ζωγραφισμένα πάνω της τρία μάτια, σαν εκείνα του πλάσματος. Οι ντόπιοι, οι λιμενεργάτες και οι ναύτες με τα τραχιά κεντητά πουκάμισα και τα μακριά γιλέκα που έφταναν ως τα γόνατα, οπισθοχωρούσαν καθώς περνούσε το ζευγάρι, αλλά οι Σωντσάν δεν έριχναν δεύτερη ματιά. Ο άνδρας με το θηρίο έμοιαζε να το οδηγεί με σινιάλα των χεριών.
Άνθρωπος και πλάσμα έστριψαν στα κτίρια, αφήνοντας πίσω τον Ντόμον να κοιτάζει απλανώς και το πλήρωμά του να μουρμουρίζει. Οι δύο φρουροί Σωντσάν τους χλεύασαν σιωπηλά. Δεν είναι δική μου δουλειά, ξανασκέφτηκε ο Ντόμον. Η δουλειά του ήταν το πλοίο του.
Ο αέρας είχε την οικεία μυρωδιά αρμύρας και κατραμιού. Ο Ντόμον ανακάθισε ανήσυχα στην πέτρα του ντόκου, που έκαιγε από τον ήλιο, και αναρωτήθηκε τι έψαχναν οι Σωντσάν. Τι έψαχνε η νταμέην. Αναρωτήθηκε τι ήταν εκείνο το πλάσμα. Οι γλάροι έκρωζαν, πετώντας σε κύκλους πάνω από το λιμάνι. Σκέφτηκε τι ήχους να ’βγαζε ένας άνθρωπος σε κλουβί. Λεν είναι δική μου δουλειά.
Τελικά η Εγκήνιν οδήγησε τους άλλους πίσω στον ντόκο. Ο Ντόμον πρόσεξε ότι η Σωντσάν κυβερνήτρια είχε κάτι τυλιγμένο σ’ ένα κίτρινο μεταξωτό πανί, και μαζεύτηκε. Ήταν κάτι αρκετά μικρό για να μπορείς να το κουβαλήσεις στο ένα χέρι, αλλά εκείνη το κρατούσε προσεκτικά και με τα δύο.
Σηκώθηκε όρθιος —αργά, εξαιτίας των στρατιωτών, αν και το βλέμμα τους είχε την ίδια περιφρόνηση που ένιωθε και ο Κάμπαν. «Βλέπεις, Κυβερνήτρια; Είμαι απλώς ένας φιλήσυχος έμπορος. Μήπως οι άνθρωποι σου θα ήθελαν να αγοράσουν πυροτεχνήματα;»