Выбрать главу

«Ίσως, έμπορε». Είχε ένα ύφος κρυμμένης έξαψης, που έκανε τον Ντόμον να ανησυχήσει, και τα επόμενα λόγια της δυνάμωσαν αυτή την αίσθηση. «Θα έρθεις μαζί μου».

Είπε σε δύο στρατιώτες να πάνε μαζί τους και ο ένας τους έσπρωξε τον Ντόμον για να κουνηθεί. Το χτύπημα δεν ήταν βίαιο· ο Ντόμον είχε δει αγρότες να σπρώχνουν με τον ίδιο τρόπο γελάδα για να την κάνουν να ξεκινήσει. Έσφιξε τα δόντια και ακολούθησε την Εγκήνιν.

Ο λιθόστρωτος δρόμος ανηφόριζε στην πλαγιά κι άφηνε πίσω του την οσμή του λιμανιού. Τα σπίτια με τα λιθοκέραμα γίνονταν όλο και πιο μεγάλα και πιο ψηλά, καθώς ο δρόμος προχωρούσε. Στους δρόμους υπήρχαν περισσότεροι ντόπιοι παρά Σωντσάν στρατιώτες, κάτι παράξενο για πόλη που την κατείχαν εισβολείς, και μερικές φορές περνούσε κάποιο παλανκίνο με κουρτίνες, που το σήκωναν άνδρες γυμνοί από τη μέση και πάνω. Οι Φαλμινοί έμοιαζαν να πηγαινοέρχονται στις δουλειές τους σαν να μην υπήρχαν οι Σωντσάν. Ή σχεδόν σαν να μην υπήρχαν. Όταν αντάμωναν παλανκίνο ή στρατιώτη, τόσο οι φτωχοί —που είχαν μονάχα μια κατσαρή γραμμή κεντημένη στα ρούχα τους— όσο και οι πλούσιοι —με τα πουκάμισα, τα γιλέκα και τα φορέματα γεμάτα από τον ώμο ως τη μέση με περίπλοκα σχέδια— υποκλίνονταν και έμεναν διπλωμένοι στα δύο μέχρι να περάσουν οι Σωντσάν. Έκαναν το ίδιο για τον Ντόμον και τη συνοδεία του. Ούτε η Εγκήνιν ούτε οι στρατιώτες της τους έριχναν έστω και μια ματιά.

Ο Ντόμον συνειδητοποίησε έκπληκτος ότι μερικοί από τους ντόπιους που περνούσαν είχαν μαχαίρια στη ζώνη, ακόμα και σπαθιά κάποιες φορές. Τόσο ξαφνιάστηκε, που μίλησε πριν προλάβει να σκεφτεί. «Μερικοί είναι με το μέρος σας;»

Η Εγκήνιν τον κοίταξε πάνω από τον ώμο της, σμίγοντας τα φρύδια, χωρίς να καταλαβαίνει. Χωρίς να σταματήσει καθόλου, κοίταζε τους ανθρώπους και ένευσε όταν κατάλαβε. «Εννοείς τα σπαθιά. Τώρα είναι δικοί μας άνθρωποι, έμπορε· έδωσαν τους όρκους». Σταμάτησε ξαφνικά, έδειξε έναν ψηλό άνδρα με φαρδιά πλάτη, πολυκέντητο γιλέκο και σπαθί, που κρεμόταν από ένα απλό δερμάτινο τελαμώνα. «Εσύ».

Ο άνδρας σταμάτησε επιτόπου, με το ένα πόδι στον αέρα, και το πρόσωπο του ξαφνικά πήρε φοβισμένη έκφραση. Ήταν ένα τραχύ πρόσωπο, αλλά τώρα έδειχνε ότι θα προτιμούσε να το βάλει στα πόδια. Αντίθετα, γύρισε και υποκλίθηκε, με τα χέρια στα γόνατα και το βλέμμα καρφωμένο στις μπότες της. «Πώς μπορώ να υπηρετήσω την Κυβερνήτρια;» ρώτησε με πνιχτή φωνή.

«Είσαι έμπορος;» είπε η Εγκήνιν. «Έχεις δώσει τους όρκους;»

«Μάλιστα, Κυβερνήτρια. Μάλιστα». Δεν τράβηξε το βλέμμα από τα πόδια της.

«Τι λες στον κόσμο, όταν πας με την άμαξα στα ενδότερα;»

«Ότι πρέπει να υπακούουν στους Πρόδρομους, Κυβερνήτρια, να περιμένουν το Γυρισμό και να υπηρετούν Εκείνους που Γυρίζουν στην Πατρίδα».

«Και δεν σκέφτηκες ποτέ να στρέψεις τούτο το σπαθί εναντίον μας;»

Οι αρθρώσεις του άσπρισαν καθώς έσφιγγε τα γόνατά του, και η φωνή του τρεμούλιασε. «Έδωσα τους όρκους, Κυβερνήτρια. Υπακούω, περιμένω και υπηρετώ».

«Βλέπεις;» είπε η Εγκήνιν, γυρνώντας προς τον Ντόμον. «Δεν υπάρχει λόγος να τους απαγορεύσουμε τα όπλα. Πρέπει να υπάρχει εμπόριο και οι έμποροι πρέπει να προστατεύονται από τους ληστές. Επιτρέπουμε στους ανθρώπους να πηγαινοέρχονται κατά βούληση, αρκεί να υπακούουν, να περιμένουν και να υπηρετούν. Οι πρόγονοί τους πάτησαν τους όρκους τους, αλλά αυτοί πήραν το μάθημά τους». Συνέχισε να ανηφορίζει το λόφο, και οι στρατιώτες έσπρωξαν τον Ντόμον να την ακολουθήσει.

Εκείνος κοίταξε πίσω τον έμπορο. Ο άνθρωπος έμεινε διπλωμένος όπως ήταν, μέχρι να απομακρυνθεί δέκα απλωσιές η Εγκήνιν στο δρόμο, και μετά ίσιωσε το κορμί και έτρεξε προς την αντίθετη κατεύθυνση, πηδώντας στον κατηφορικό δρόμο.

Η Εγκήνιν και οι στρατιώτες δεν κοίταξαν ούτε όταν μια έφιππη φάλαγγα Σωντσάν πέρασαν ανηφορίζοντας το δρόμο. Οι στρατιώτες ίππευαν πλάσματα που έμοιαζαν σχεδόν σαν γάτες μεγέθους αλόγων, αλλά με μπρουτζόχρωμες φολίδες ερπετών, οι οποίες κυμάτιζαν κάτω από τις σέλες τους. Τα πόδια τους άρπαζαν το λιθόστρωτο με γαμψά νύχια. Ένα τρίφθαλμο κεφάλι γύρισε να κοιτάξει τον Ντόμον, καθώς η φάλαγγα περνούσε· πέρα από τα υπόλοιπα, έμοιαζε υπερβολικά... έξυπνο... για την ψυχική ηρεμία του Ντόμον. Παραπάτησε και παραλίγο θα έπεφτε. Κατά μήκος του δρόμου, οι Φαλμινοί στριμώχνονταν στις προσόψεις των κτιρίων και μερικοί έκλειναν τα μάτια. Οι Σωντσάν δεν τους έδωσαν την παραμικρή σημασία.

Ο Ντόμον καταλάβαινε γιατί οι Σωντσάν άφηναν στους ανθρώπους τόση ελευθερία. Αναρωτήθηκε αν ο ίδιος θα είχε το σθένος να αντισταθεί. Νταμέην. Τέρατα. Αναρωτήθηκε αν υπήρχε κάτι που μπορούσε να εμποδίσει τους Σωντσάν να προελάσουν ως τη Ραχοκοκαλιά του Κόσμου. Δεν είναι δική μου δουλειά, ξανασκέφτηκε άγρια, και άρχισε να σκέφτεται αν υπήρχε τρόπος να αποφύγει τους Σωντσάν στα μελλοντικά εμπορικά σχέδιά του.