Έφτασαν στην κορυφή της πλαγιάς, όπου η πόλη έδινε τη θέση της στους λόφους. Δεν υπήρχε τείχος γύρω από την πόλη. Μπροστά υπήρχαν τα πανδοχεία, που σέρβιραν τους εμπόρους που έκαναν εμπόριο στα ενδότερα, και αυλές για να αφήνουν τις άμαξές τους, και στάβλοι. Εδώ τα σπίτια θα ήταν ευπρόσωπα μέγαρα για τους πιο ασήμαντους άρχοντες του Ίλιαν. Το πιο μεγάλο είχε τιμητική φρουρά από Σωντσάν στρατιώτες μπροστά του, ενώ ψηλά κυμάτιζε ένα λάβαρο με γαλάζιο στις άκρες, το οποίο έδειχνε ένα χρυσό γεράκι με απλωμένα τα φτερά. Η Εγκήνιν παρέδωσε το σπαθί της και το εγχειρίδιό της πριν πάρει τον Ντόμον μέσα. Οι δύο στρατιώτες της έμειναν στο δρόμο. Ο Ντόμον άρχισε να ιδρώνει. Του μυριζόταν άρχοντας σ’ όλα αυτά· δεν ήταν καλό να κάνεις δουλειές με άρχοντα στο σπίτι του.
Στον προθάλαμο, η Εγκήνιν άφησε τον Ντόμον στην πόρτα και μίλησε σ’ έναν υπηρέτη. Ήταν ντόπιος, κρίνοντας από τα μακριά μανίκια του πουκάμισου του και τα ελικοειδή σχήματα που ήταν κεντημένα στο στήθος· του Ντόμον του φάνηκε πως έπιασε τις λέξεις «Υψηλός Άρχοντας». Ο υπηρέτης έφυγε βιαστικά και επέστρεψε τελικά για να τους οδηγήσει σε ένα δωμάτιο, που σίγουρα ήταν το μεγαλύτερο του σπιτιού. Είχαν πάρει από κει όλα τα έπιπλα, ακόμα και τα χαλιά, και είχαν γυαλίσει το πέτρινο πάτωμα, τόσο που γυάλιζε. Χωρίσματα που δίπλωναν, ζωγραφισμένα με παράξενα πουλιά, έκρυβαν τους τοίχους και τα παράθυρα.
Η Εγκήνιν σταμάτησε λίγο πιο μέσα από την πόρτα. Όταν ο Ντόμον προσπάθησε να ρωτήσει πού βρίσκονταν και τι ήθελαν εκεί, τον έκοψε με μια άγρια ματιά κι ένα γρύλισμα δίχως λόγια. Δεν σάλεψε από τη θέση της, αλλά έδειχνε ένταση. Ό,τι κι αν ήταν αυτό που είχε πάρει από το πλοίο του, το κρατούσε σαν να ήταν πολύτιμο. Ο Ντόμον προσπάθησε να φανταστεί τι ήταν.
Ξαφνικά, ένα γκονγκ σήμανε απαλά και η Σωντσάν έπεσε στα γόνατα, αφήνοντας δίπλα της προσεκτικά το τυλιγμένο σε μετάξι αντικείμενο. Με μια ματιά της, ο Ντόμον έπεσε κι αυτός δίπλα της. Οι άρχοντες είχαν παράξενες συνήθειες, και υποψιαζόταν πως οι Σωντσάν άρχοντες ήταν πιο παράξενοι απ’ αυτούς που ήξερε.
Στην είσοδο που ήταν στην απέναντι μεριά του δωματίου εμφανίστηκαν δυο άνδρες. Ο ένας είχε την αριστερή πλευρά του κεφαλιού του ξυρισμένη, και τα ξανθόχρυσα μαλλιά που έμεναν ήταν πλεγμένα σε πλεξούδα και, περνώντας πίσω από το αυτί, έπεφταν στον ώμο του. Η σκουροκίτρινη ρόμπα του ήταν όσο μακριά χρειαζόταν για να ξεπροβάλλουν οι μύτες των κίτρινων σανδαλιών του, όταν περπατούσε. Ο άλλος φορούσε γαλάζια μεταξωτή ρόμπα, με χρυσοκέντητα πουλιά, τόσο μακριά που σερνόταν μια απλωσιά στο πάτωμα πίσω του. Το κεφάλι του ήταν ξυρισμένο γουλί και τα νύχτα του είχαν μάκρος τουλάχιστον τρεις πόντους· εκείνα που ήταν στα δύο πρώτα δάχτυλα του κάθε χεριού ήταν βαμμένα με γαλάζιο βερνίκι. Ο Ντόμον έμεινε με το στόμα ανοιχτό.
«Βρίσκεσαι ενώπιον του Υψηλού Άρχοντα Τούρακ», είπε τελετουργικά ο κιτρινομάλλης, «που οδηγεί Εκείνους που Γυρίζουν στην Πατρίδα, και εμπνέει το Γυρισμό».
Η Εγκήνιν έπεσε πρηνής, με τα χέρια στο πλάι. Ο Ντόμον τη μιμήθηκε με ζέση. Ακόμα και οι Υψηλοί Άρχοντες του Δακρίου δεν Θα απαιτούσαν κάτι τέτοιο. Με την άκρη του ματιού, είδε την Εγκήνιν να φιλά το πάτωμα. Έκανε μια γκριμάτσα και αποφάσισε πως η μίμηση είχε τα όριά της. Δεν μπορούν να δουν αν το έκανα κι εγώ, στο κάτω-κάτω.
Η Εγκήνιν σηκώθηκε ξαφνικά. Έκανε να σηκωθεί κι αυτός, και μόλις που πρόλαβε να στηρίξει το γόνατο στο πάτωμα, όταν ένα βαθύ γρύλισμα της Εγκήνιν και μια σκανδαλισμένη ματιά στο πρόσωπο του άνδρα με την πλεξούδα τον ξάπλωσαν πάλι κάτω, με το πρόσωπο στο πάτωμα, μουρμουρίζοντας μέσα από τα δόντια του. Δεν θα το έκανα ούτε για τον Βασιλιά του Ίλιαν και το Συμβούλιο των Εννιά μαζί.
«Το όνομά σου είναι Εγκήνιν;» Έπρεπε να είναι η φωνή του άνδρα με τη γαλάζια ρόμπα Η συρτή ομιλία του είχε ένα ρυθμό σχεδόν τραγουδιστό.
«Έτσι με ονόμασαν την ημέρα του σπαθιού μου, Υψηλέ Άρχοντα», απάντησε ταπεινά αυτή.
«Έξοχο, Εγκήνιν. Αρκετά σπάνιο. Επιθυμείς πληρωμή;»
«Η ευχαρίστηση του Υψηλού Άρχοντα είναι αρκετή πληρωμή. Ζω για να υπηρετώ, Υψηλέ Άρχοντα».
«Θα αναφέρω το όνομά σου στην Αυτοκράτειρα, Εγκήνιν. Μετά ον Γυρισμό, νέα ονόματα θα κληθούν στο αίμα. Δείξε ότι είσαι κατάλληλη και ίσως εγκαταλείψεις το όνομα Εγκήνιν για να πάρεις άλλο, ανώτερο».
«Ο Υψηλός Άρχοντας με τιμά».
«Ναι. Μπορείς να φύγεις».
Ο Ντόμον δεν έβλεπε τίποτα, εκτός από τις μπότες της που έβγαιναν από το δωμάτιο οπισθοχωρώντας, ενώ κοντοστέκονταν κατά διαστήματα για υποκλίσεις. Η πόρτα έκλεισε πίσω από την Εγκήνιν. Ακολούθησε μακρά σιωπή. Έβλεπε τον ιδρώτα να στάζει από το μέτωπό του στο πάτωμα, όταν ο Τούρακ ξαναμίλησε.