Выбрать главу

«Μπορείς να σηκωθείς, έμπορε».

Ο Ντόμον σηκώθηκε, και είδε τι κρατούσε ο Τούρακ στα δάχτυλά του με τα μακριά νύχια. Το δίσκο από κουεντιγιάρ που είχε τη μορφή της αρχαίας σφραγίδας των Άες Σεντάι. Θυμήθηκε την αντίδραση της Εγκήνιν στις Άες Σεντάι και άρχισε στ’ αλήθεια να ιδρώνει. Τα μαύρα μάτια του Υψηλού Άρχοντα δεν έδειχναν θυμό, μονάχα κάποια περιέργεια, αλλά ο Ντόμον δεν εμπιστευόταν τους άρχοντες.

«Ξέρεις τι είναι αυτό, έμπορε;»

«Όχι, Υψηλέ Άρχοντα». Ο Ντόμον απάντησε δίχως να διστάσει· οι έμποροι που δεν μπορούσαν να πουν ψέματα με καθαρό βλέμμα και σταθερή φωνή, δεν έμεναν καιρό στο επάγγελμα.

«Αλλά όμως το φυλούσες σε κρυφό μέρος».

«Κάνω συλλογή από παλιά πράγματα, Υψηλέ Άρχοντα, από τους περασμένους καιρούς. Υπάρχει και κόσμος που θα τα έκλεβε, αν ήταν μπροστά στα μάτια όλων».

Ο Τούρακ περιεργάστηκε για μια στιγμή τον μαύρο-και-άσπρο δίσκο. «Είναι κουεντιγιάρ, έμπορε —ξέρεις αυτό το όνομα;— και είναι παλαιότερο απ’ όσο ίσως νομίζεις. Έλα μαζί μου».

Ο Ντόμον ακολούθησε τον άλλον προσεκτικά, νιώθοντας κάπως πιο σίγουρος. Από τα λίγα που ήξερε για τους άρχοντες σε άλλα μέρη, αν ήταν να καλέσουν τους φρουρούς, θα τους είχαν ήδη καλέσει. Αλλά τα λίγα που είχε δει από τους Σωντσάν του είχαν δείξει ότι δεν έκαναν ό,τι οι άλλοι. Έδιωξε κάθε έκφραση από το πρόσωπο του.

Ο άνδρας τον οδήγησε σε ένα άλλο δωμάτιο. Του Ντόμον του φάνηκε πως τα έπιπλα εκεί πρέπει να τα είχε φέρει ο Τούρακ. Έμοιαζαν να είναι φτιαγμένα από καμπύλες, χωρίς την παραμικρή ευθεία, και το ξύλο ήταν λουστραρισμένο για να αναδεικνύονται τα παράξενα νερά του. Υπήρχε μια πολυθρόνα, πάνω σε μεταξωτό χαλί, με εικόνες από πουλιά και άνθη, και ένα μεγάλο στρογγυλό ντουλάπι. Τα χωριστικά που δίπλωναν σχημάτιζαν καινούργιους τοίχους.

Ο άνδρας με την πλεξούδα άνοιξε τις πόρτες του ντουλαπιού και αποκάλυψε ράφια, που κρατούσαν ένα αλλόκοτο πλήθος από αγαλματάκια, κούπες, γαβάθες, βάζα, πενήντα διαφορετικά πράγματα, που μεταξύ δεν υπήρχαν δύο όμοια στο σχήμα ή στο μέγεθος. Του Ντόμον του κόπηκε η ανάσα, όταν ο Τούρακ ακούμπησε το δίσκο δίπλα σε έναν άλλο, ολόιδιο.

“Κουεντιγιάρ”, είπε ο Τούρακ. «Να τι συλλέγω, έμπορε. Μόνο η ίδια η Αυτοκράτειρα έχει καλύτερη συλλογή».

Τα μάτια του Ντόμον παραλίγο θα έπεφταν από τις κόγχες τους. Αν όσα υπήρχαν στα ράφια ήταν πραγματικά από κουεντιγιάρ, τότε έφταναν για να αγοράσει κανείς ένα ολόκληρο βασίλειο, ή έστω να ιδρύσει έναν μεγάλο Οίκο. Ακόμα και βασιλιάδες θα φτώχαιναν για να αγοράσουν τόσα, αν ήξεραν πού να τα βρουν. Έκανε τα χείλη του να χαμογελάσουν.

«Υψηλέ Άρχοντα, σε παρακαλώ δέξου αυτό το κομμάτι ως δώρο». Δεν ήθελε να το χάσει, αλλά ήταν προτιμότερο από το να θυμώσει τον Σωντσάν. Ίσως τώρα οι Σκοτεινόφιλοι να κυνηγήσουν αυτόν. «Δεν είμαι παρά ένας απλός έμπορος. Το μόνο που θέλω είναι να πουλήσω τα εμπορεύματά μου. Άφησέ με να σαλπάρω, και σου υπόσχομαι ότι—»

Η έκφραση του Τούρακ δεν άλλαξε, αλλά ο άνδρας με την πλεξούδα έκοψε τον Ντόμον, λέγοντας με σκληρή φωνή, «Αξύριστο σκυλί! Λες ότι θα δώσεις στον Υψηλό Άρχοντα αυτό που του έχει ήδη δώσει η Κυβερνήτρια Εγκήνιν. Παζαρεύεις, λες και ο Υψηλός Άρχοντας είναι — είναι έμπορος! Εννιά μέρες θα σε γδέρνουν ζωντανό, σκύλε, και—» Σταμάτησε με μια αδιόρατη, σχεδόν, κίνηση του δάχτυλου του Τούρακ.

«Δεν μπορώ να σου επιτρέψω να φύγεις, έμπορε», είπε ο Υψηλός Άρχοντας. «Σ’ αυτή τη σκιασμένη γη των ανθρώπων που πατούν τους όρκους τους δεν βρίσκω κανέναν που να μπορεί να συζητήσει με έναν ευαίσθητο άνθρωπο. Αλλά εσύ είσαι συλλέκτης. Ίσως να είσαι ενδιαφέρων συζητητής». Κάθισε στην πολυθρόνα και έγειρε στις καμπύλες της για να μελετήσει τον Ντόμον.

Ο Ντόμον προσπάθησε να χαμογελάσει φιλοφρονητικά. «Υψηλέ Άρχοντα, εγώ είμαι ένας απλός έμπορος, απλός άνθρωπος. Δεν ξέρω να μιλάω με σπουδαίους Άρχοντες».

Ο άνδρας με την πλεξούδα τον αγριοκοίταξε, αλλά ο Τούρακ δεν φάνηκε να τον ακούει. Πίσω από ένα χώρισμα εμφανίστηκε μια λεπτή και όμορφη κοπέλα, που πλησίασε τον Τούρακ με γοργές κινήσεις και του πρόσφερε ένα λακαρισμένο δίσκο, που είχε μόνο ένα φλιτζάνι, λεπτό, δίχως χερούλι, με ένα αχνιστό, μαύρο υγρό. Το μελαψό, στρογγυλό πρόσωπο της του θύμιζε αόριστα τους Θαλασσινούς. Ο Τούρακ έπιασε προσεκτικά το φλιτζάνι, χωρίς να κοιτάξει καθόλου την κοπέλα, και εισέπνευσε τους ατμούς του. Ο Ντόμον έριζε μια ματιά στην νεαρή και τράβηξε αμέσως το βλέμμα με μια πνιχτή κραυγούλα· η λευκή, μεταξωτή ρόμπα της είχε κεντημένα λουλούδια, αλλά ήταν τόσο λεπτή που έβλεπε μέσα της, και δεν υπήρχε τίποτα από κάτω, παρά μόνο το λεπτό κορμί της.