«Άρχοντά μου;» Ο Χούριν είχε πάρει τις σφραγισμένες περγαμηνές και κοίταζε με γουρλωμένα μάτια τις σφραγίδες. «Άρχοντά μου, είναι από τον Άρχοντα Μπαρτέηνς, της Υψηλής Έδρας του Οίκου Ντέημοντρεντ, και» —η φωνή του χαμήλωσε με δέος— «από τον Βασιλιά».
«Πάνε κι αυτές στις φωτιά, όπως οι άλλες. Χωρίς να ανοιχτούν».
«Μα, Άρχοντά μου!»
«Χούριν», είπε ο Ραντ υπομονετικά, «εσύ και ο Λόιαλ μου εξηγήσατε το Μεγάλο Παιχνίδι. Αν πάω εκεί που με προσκαλούν, όπου κι αν είναι αυτό, οι Καιρχινοί θα διαβάσουν κάτι στην πράξη μου και θα σκεφτούν ότι είμαι μέρος κάποιας μηχανορραφίας, Αν δεν πάω, θα διαβάσουν κάτι σ’ αυτό. Αν στείλω απάντηση, θα την ξεψαχνίσουν να βρουν μήνυμα, το ίδιο και αν δεν απαντήσω. Κι εφόσον φαίνεται ότι η μισή Καιρχίν κατασκοπεύει την άλλη μισή, όλοι ξέρουν τι κάνω. Έκαψα τις πρώτες δύο και θα κάψω κι αυτές, όπως και τις υπόλοιπες.» Μια μέρα ήταν δώδεκα προσκλήσεις στο σωρό που είχε ρίξει στο τζάκι της κοινής αίθουσας, με το βουλοκέρι της καθεμιάς απείραχτο. «Όποιο νόημα κι αν πάνε να βγάλουν, τουλάχιστον θα είναι ίδιο για όλους. Δεν είμαι με το μέρος κανενός στην Καιρχίν, και επίσης δεν είμαι εναντίον κανενός».
«Προσπάθησα να σου πω», είπε ο Λόιαλ, «ότι μάλλον δεν πάει έτσι ακριβώς. Ό,τι κι αν κάνεις, οι Καιρχινοί θα δουν κάποιο σχέδιο. Τουλάχιστον έτσι έλεγε ο Πρεσβύτερος Χάμαν».
Ο Χούριν άπλωσε τις σφραγισμένες προσκλήσεις προς τον Ραντ, σαν να του πρόσφερε χρυσό. «Άρχοντά μου, αυτή έχει την προσωπική σφραγίδα του Γκάλντριαν. Την προσωπική σφραγίδα του, Άρχοντά μου. Κι αυτή εδώ, την προσωπική σφραγίδα του Άρχοντα Μπαρτέηνς, που μόνο ο βασιλιάς τον ξεπερνά σε δύναμη. Άρχοντά μου, αν τις κάψεις αυτές, θα αποκτήσεις τους πιο ισχυρούς εχθρούς που υπάρχουν. Το ότι τις έκαιγες έφερνε αποτέλεσμα μέχρι τώρα, επειδή όλοι οι άλλοι Οίκοι περιμένουν να δουν τι σκαρώνεις και νομίζουν ότι έχεις ισχυρούς συμμάχους, αφού ρισκάρεις να τους προσβάλλεις. Αλλά ο Άρχοντας Μπαρτέηνς — και ο Βασιλιάς! Αν τους προσβάλλεις, δεν θα καθίσουν με σταυρωμένα τα χέρια».
Ο Ραντ πέρασε τα χέρια μέσα από τα μαλλιά του. «Κι αν αρνηθώ και τις δυο;»
«Δεν θα βγει τίποτα, Άρχοντά μου. Τώρα πια σου έχει στείλει πρόσκληση ακόμα και ο πιο μικρός Οίκος. Αν αρνηθείς κι αυτές — ε, τουλάχιστον σ’ έναν από τους άλλους Οίκους θα πουν ότι αφού δεν έχεις σχέση με τον Βασιλιά ή τον Άρχοντα Μπαρτέηνς, τότε μπορούν να απαντήσουν στην προσβολή που ένιωσαν, όταν έκαψες την πρόσκλησή τους. Άρχοντά μου, άκουσα ότι τώρα οι Οίκοι της Καιρχίν στέλνουν φονιάδες. Μαχαίρι στο δρόμο. Βέλος από στέγη. Δηλητήριο στο κρασί σου».
«Μπορείς να τις δεχθείς και τις δύο», πρότεινε ο Λόιαλ. «Ξέρω ότι δεν θέλεις, Ραντ, αλλά μπορεί να είναι ακόμα και διασκεδαστικό. Ένα βράδυ στο μέγαρο κάποιου άρχοντα, ή ακόμα και στο Βασιλικό Παλάτι. Ραντ, οι Σιναρανοί σε είχαν πιστέψει».
Ο Ραντ έκανε μια γκριμάτσα. Ήξερε ότι οι Σιναρανοί κατά τύχη μόνο τον είχαν περάσει για άρχοντα· μια τυχαία ομοιότητα ονομάτων, μια φήμη μεταξύ των υπηρετών, και η Μουαραίν μαζί με την Άμερλιν, που είχαν ρίξει λάδι στη φωτιά. Αλλά το είχε πιστέψει και η Σελήνη, επίσης. Ίσως να είναι κι αυτή εκεί.
Ο Χούριν όμως κούνησε το κεφάλι του δυνατά. «Κατασκευαστή, δεν ξέρεις τόσο καλά το Ντάες Νταε’μαρ όσο νομίζεις. Τουλάχιστον όχι όπως το παίζουν τώρα στην Καιρχίν. Με τους περισσότερους Οίκους, δεν θα πείραζε. Ακόμα και όταν μηχανορραφούν ο ένας εναντίον του άλλου, φτάνοντας στο σημείο να βγάλουν τα μαχαίρια, στα φανερά κάνουν σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Αλλά δεν είναι έτσι μ’ αυτούς τους δύο. Ο Οίκος Ντέημοντρεντ είχε το θρόνο, μέχρι που τον έχασε ο Λάμαν, και τον θέλουν πίσω. Ο Βασιλιάς θα τους εξολόθρευε, αν δεν ήταν σχεδόν εξίσου δυνατοί. Δεν υπάρχουν πιο άσπονδοι εχθροί από τον Οίκο Ριάτιν και τον Οίκο Ντέημοντρεντ. Αν ο Άρχοντάς μου δεχθεί και τις δύο προσκλήσεις, και οι δυο Οίκοι θα το μάθουν μόλις στείλει τις απαντήσεις και θα νομίσουν ότι είναι μέρος ενός σχεδίου του άλλου Οίκου εναντίον τους. Αμέσως θα πιάσουν το μαχαίρι και το δηλητήριο».
«Υποθέτω», μούγκρισε ο Ραντ, «ότι, αν δεχθώ μόνο τη μία, ο άλλοι θα νομίσουν ότι είμαι με το μέρος εκείνου του Οίκου». Ο Χούριν ένευσε. «Και μάλλον θα προσπαθήσουν να με σκοτώσουν για να εμποδίσουν το σχέδιο στο οποίο είμαι ανακατεμένος». Ο Χούριν ένευσε πάλι. «Τότε έχεις καμιά πρόταση για το πώς να αποφύγω την αιμοβόρα διάθεση και των δύο;» Ο Χούριν κούνησε το κεφάλι. «Μακάρι να μην είχα κάψει τότε τις δύο πρώτες».
«Ναι, Άρχοντά μου. Αλλά, όπως το βλέπω, δεν θα άλλαζε τίποτα. Είτε τις δεχόσουν, είτε τις αρνιόσουν, αυτοί οι Καιρχινοί κάπως θα το ερμήνευαν».