Ο Ραντ άπλωσε το χέρι και ο Χούριν του έδωσε τις δύο διπλωμένες περγαμηνές. Η μια ήταν σφραγισμένη, όχι με το Δένδρο και το Στέμμα του Οίκου Ντέημοντρεντ, αλλά με τον Επελαύνοντα Ταύρο του Μπαρτέηνς. Η άλλη είχε το Ελάφι του Γκάλντριαν. Προσωπικές σφραγίδες. Απ’ ό,τι φαινόταν, είχε κατορθώσει να ξυπνήσει το ενδιαφέρον στους ανώτατους κύκλους χωρίς να κάνει τίποτα.
«Αυτοί οι άνθρωποι είναι τρελοί», είπε, προσπαθώντας να βρει κάποια διέξοδο.
«Ναι, Άρχοντά μου».
«Θα εμφανιστώ στην κοινή αίθουσα με τις προσκλήσεις», είπε αργά. Ό,τι έβλεπε ο κόσμος στην κοινή αίθουσα το μεσημέρι, γινόταν γνωστό σε δέκα Οίκους πριν πέσει η νύχτα, και στους υπόλοιπους ως το χάραμα. «Δεν θα σπάσω τις σφραγίδες. Μ’ αυτόν τον τρόπο, θα ξέρουν ότι ακόμα δεν απάντησα σε καμία. Όσο περιμένουν να δουν τι θα κάνω, ίσως κερδίσω μερικές μέρες. Ο Ίνγκταρ δεν θα αργήσει να ’ρθει. Σίγουρα».
«Τώρα σκέφτεσαι σαν Καιρχινός, Άρχοντά μου», είπε ο Χούριν, χαμογελώντας πλατιά.
Όταν βγήκε στην κοινή αίθουσα μαζί με τον Λόιαλ, κανένας πελάτης δεν γύρισε να κοιτάξει τον Ραντ. Ο Κουάλε γυάλιζε ένα ασημένιο δίσκο, λες και κρεμόταν η ζωή του από το αν θα άστραφτε. Οι σερβιτόρες πηγαινοέρχονταν βιαστικά, σαν να μην υπήρχαν ο Ραντ και ο Λόιαλ. Όλοι οι πελάτες στα τραπέζια είχαν το βλέμμα καρφωμένο στο κύπελλο τους, λες και τα μυστικά του κόσμου θα εμφανίζονταν στο κρασί ή την μπύρα. Κανείς δεν έλεγε λέξη.
Μετά από μια στιγμή, ο Ραντ έβγαλε τις δύο προσκλήσεις και μελέτησε τις σφραγίδες, κι έπειτα τις ξανάχωσε στην τσέπη του. Ο Κουάλε τινάχτηκε λιγάκι, καθώς ο Ραντ ξεκινούσε προς την πόρτα. Πριν κλείσει πίσω του, άκουσε τις συζητήσεις να ξαναρχίζουν.
Ο Ραντ προχωρούσε στο δρόμο τόσο γρήγορα, που ο Λόιαλ δεν χρειαζόταν να βραδύνει το ρυθμό του για να ’ναι μαζί. «Πρέπει να βρούμε τρόπο να φύγουμε από την πόλη, Λόιαλ. Αυτό το κόλπο με τις προσκλήσεις θα κρατήσει δυο-τρεις μέρες, το πολύ. Αν ο Ίνγκταρ δεν έρθει ως τότε, θα πρέπει να φύγουμε, ούτως ή άλλως».
«Συμφωνώ», είπε ο Λόιαλ.
«Μα πώς;»
Ο Λόιαλ άρχισε να μετρά με τα χοντρά δάχτυλά του. «Ο Φάιν είναι κάπου εκεί πέρα, αλλιώς δεν θα είχαμε Τρόλοκ στα Προπύλαια. Αν βγούμε έξω, θα πέσουν πάνω μας μόλις απομακρυνθούμε τόσο που να μη φαινόμαστε από την πόλη. Αν ταξιδέψουμε με καραβάνι εμπόρων, σίγουρα θα του επιτεθούν». Οι έμποροι έχουν συνήθως πεντ’ έξι φρουρούς το πολύ, κι αυτοί μάλλον θα το έβαζαν στα πόδια μόλις έβλεπαν Τρόλοκ. «Μακάρι να ξέραμε πόσους Τρόλοκ έχει ο Φάιν και πόσους Σκοτεινόφιλους. Είναι λιγότεροι τώρα, χάρη σε σένα». Δεν ανέφερε τον Τρόλοκ που είχε σκοτώσει ο ίδιος, αλλά τα σμιγμένα φρύδια του, που οι άκρες τους έπεφταν ως τα μάγουλά του, έδειχναν ότι αυτό σκεφτόταν.
«Δεν έχει σημασία πόσους έχει», είπε ο Ραντ. «Είτε δέκα, είτε εκατό, είναι εξίσου άσχημο. Αν μας επιτεθούν δέκα Τρόλοκ, δεν νομίζω ότι θα γλιτώσουμε πάλι». Προσπάθησε να μη σκεφτεί τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να τα βάλει με δέκα Τρόλοκ. Στο κάτω-κάτω, δεν είχε πετύχει τίποτα, όταν τον είχε δοκιμάσει για να σώσει τον Λόιαλ.
«Ούτε κι εγώ το νομίζω. Δεν νομίζω να έχουμε χρήματα για να πάμε μακριά, αλλά κι έτσι ακόμα, αν προσπαθούσαμε να φτάσουμε στους ντόκους των Προπυλαίων — ο Φάιν θα ’χει βάλει Σκοτεινόφιλους να παρακολουθούν. Αν του περνούσε από το νου ότι θα παίρναμε πλοίο, ίσως να μην τον ένοιαζε μήπως φανούν οι Τρόλοκ του. Ακόμα κι αν τα βγάζαμε πέρα μαζί τους, θα έπρεπε να δώσουμε εξηγήσεις στους φρουρούς της πόλης, και δεν θα πίστευαν ότι δεν μπορούμε να ανοίξουμε το κιβώτιο, οπότε—»
«Δεν θα αφήσουμε κανέναν Καιρχινό να δει αυτό το κιβώτιο, Λόιαλ».
Ο Ογκιρανός ένευσε. «Και οι ντόκοι της πόλης δεν είναι λύση». Στους ντόκους επιτρεπόταν να δένουν μόνο τα φορτηγά με τις προμήθειες και τα σκάφη αναψυχής που είχαν οι άρχοντες και οι αρχόντισσες. Κανείς δεν πήγαινε εκεί χωρίς άδεια. Μπορούσε να τους δει κανείς από το τείχος, αλλά η πτώση θα έσπαζε ακόμα και το λαιμό του Λόιαλ. Ο Λόιαλ έπαιξε τον αντίχειρά του, σαν να ήθελε να βρει απάντηση και σ’ αυτό. «Κρίμα που δεν μπορούμε να φτάσουμε στο Στέντιγκ Τσόφου. Οι Τρόλοκ δεν θα έμπαιναν ποτέ σε στέντιγκ. Αλλά δεν νομίζω ότι θα μας άφηναν να φτάσουμε ως εκεί χωρίς να μας επιτεθούν».
Ο Ραντ δεν απάντησε. Είχαν φτάσει στο μεγάλο φυλάκιο, που βρισκόταν λίγο πιο μέσα από την πύλη από την οποία είχαν πρωτομπεί στην Καιρχίν. Έξω τα Προπύλαια έβραζαν από κόσμο και οι δυο σκοποί είχαν το νου τους. Του Ραντ του φάνηκε πως κάποιος, που φορούσε φθαρμένα Σιναρανά ρούχα, ξαναχώθηκε στο πλήθος μόλις τον είδε, αλλά δεν ήταν σίγουρος. Υπήρχαν πολλοί άνθρωποι που φορούσαν ρούχα από διάφορες χώρες και όλοι προχωρούσαν βιαστικά. Ανέβηκε τα σκαλιά του φυλακίου, περνώντας δίπλα από τους φρουρούς που φορούσαν πανοπλία και στέκονταν δεξιά κι αριστερά της εισόδου.