Выбрать главу

«Τι πράγμα, Ραντ; Δεν σε άκουσα».

«Δεν ήταν τίποτα», είπε ο Ραντ κουρασμένα. «Μακάρι να ερχόταν ο Ίνγκταρ. Και ο Ματ, και ο Πέριν».

Περπάτησαν σιωπηλοί για λίγο· ο Ραντ ήταν χαμένος στις σκέψεις του. Ο ανιψιός του Θομ είχε αντέξει τρία χρόνια, διαβιβάζοντας μονάχα όταν ήταν ανάγκη. Αν ο Όγουυν είχε καταφέρει να περιορίσει τις φορές που διαβίβαζε, τότε ήταν δυνατόν να μην διαβιβάσει καθόλου, όσο γοητευτικό κι αν ήταν το σαϊντίν.

«Ραντ», είπε ο Λόιαλ, «έχει ανάψει πυρκαγιά εκεί μπροστά».

Ο Ραντ παράτησε αυτές τις ανεπιθύμητες σκέψεις και κοίταξε πέρα στην πόλη, σμίγοντας τα φρύδια. Μια πυκνή στήλη καπνού υψωνόταν και πλάταινε πάνω από τις στέγες. Δεν έβλεπε από πού ξεκινούσε, αλλά ήταν πολύ κοντά στο πανδοχείο.

«Σκοτεινόφιλοι», είπε, κοιτάζοντας τον καπνό. «Οι Τρόλοκ δεν περνούν τα τείχη απαρατήρητοι, αλλά οι Σκοτεινόφιλοι... Ο Χούριν!» Άρχισε να τρέχει, ενώ ο Λόιαλ τον προλάβαινε άνετα.

Όσο πιο κοντά πλησίαζαν, τόσο βεβαιωνόταν, ώσπου έστριψαν την τελευταία γωνία ενός πέτρινου κτιρίου στην αναβαθμίδα και είδαν τον Υπερασπιστή του Δρακότειχους: από τα πάνω παράθυρα έβγαινε καπνός και φλόγες ξεπηδούσαν από τη στέγη. Ένα πλήθος είχε μαζευτεί μπροστά στο πανδοχείο. Ο Κουάλε, φωνάζοντας και πηδώντας πέρα-δώθε, έδινε οδηγίες σε ανθρώπους που κατέβαζαν έπιπλα στο δρόμο. Μια διπλή γραμμή ανδρών έστελναν μέσα κουβάδες με νερό από ένα πηγάδι πιο κάτω στο δρόμο και τους έβγαζαν άδειους. Ο πιο πολύς κόσμος απλώς καθόταν και χάζευε· άλλη μια γλώσσα φωτιάς ξέσπασε ανάμεσα από τα λιθοκέραμα και οι άνθρωποι άφησαν ένα δυνατό αααα.

Ο Ραντ διέσχισε το πλήθος και πλησίασε τον πανδοχέα. «Πού είναι ο Χούριν;»

«Προσέχτε το τραπέζι!» φώναξε ο Κουάλε. «Μην το γδάρετε!» Κοίταξε τον Ραντ και ανοιγόκλεισε τα μάτια. Το πρόσωπο του ήταν γεμάτο καπνίλα. «Άρχοντά μου; Ποιος; Ο υπηρέτης σου; Δεν θυμάμαι να τον είδα, Άρχοντά μου. Σίγουρα θα βγήκε έξω. Πρόσεξε μη σου πέσουν αυτά τα καντηλέρια, βλάκα! Είναι ασημένια!» Ο Κουάλε πήγε παραπέρα, να βάλει τις φωνές και στους άλλους που έβγαζαν τα υπάρχοντά του από το πανδοχείο.

«Ο Χούριν δεν θα έβγαινε», είπε ο Λόιαλ. «Δεν θα άφηνε το...» Κοίταξε τριγύρω του και δεν συνέχισε· κάποιοι θεατές έμοιαζαν να βρίσκουν τον Ογκιρανό εξίσου ενδιαφέρον θέαμα όπως τη φωτιά.

«Το ξέρω», είπε ο Ραντ, και όρμηξε στο πανδοχείο.

Στην κοινή αίθουσα σχεδόν τίποτα δεν έδειχνε ότι το πανδοχείο καιγόταν. Η διπλή γραμμή των ανδρών ανέβαινε τα σκαλιά, με τους κουβάδες να πηγαινοέρχονται, ενώ άλλοι άνδρες έτρεχαν να βγάλουν τα έπιπλα που είχαν απομείνει, αλλά ο καπνός ήταν ελάχιστος, απλώς σαν κάτι να καιγόταν στην κουζίνα. Όπως ο Ραντ ανέβαινε στον πάνω όροφο, ο καπνός πύκνωνε. Βήχοντας, συνέχισε να ανεβαίνει τα σκαλιά.

Οι γραμμές σταματούσαν λίγο πριν το δεύτερο πλατύσκαλο και οι άνδρες λίγο πιο πάνω στα σκαλιά έριχναν το νερό στο διάδρομο, που ήταν γεμάτος καπνούς. Οι φλόγες έγλειφαν τους τοίχους και ξεπρόβαλλαν πορτοκαλιές ανάμεσα στο μαύρο καπνό.

Ένας άνδρας άρπαξε τον Ραντ από το μπράτσο. «Δεν μπορείς να πας εκεί, Άρχοντά μου. Πάνω από δω, τα πάντα είναι χαμένα. Ογκιρανέ, μίλα του».

Μόνο τότε κατάλαβε ο Ραντ ότι ο Λόιαλ τον είχε ακολουθήσει. «Γύρνα πίσω, Λόιαλ. Θα τον βγάλω έξω».

«Ραντ, δεν μπορείς να κουβαλήσεις και τον Χούριν και το κιβώτιο». Ο Ογκιρανός σήκωσε τους ώμους. «Πέρα απ’ αυτό, δεν θα αφήσω τα βιβλία μου να καούν».

«Τότε σκύψε. Μην χώνεσαι στον καπνό». Ο Ραντ έπεσε στα τέσσερα εκεί στα σκαλιά και σκαρφάλωσε. Κοντά στο πάτωμα ο αέρας ήταν πιο καθαρός· είχε καπνό, που του έφερνε βήχα, αλλά μπορούσε να τον ανασάνει. Αλλά ακόμα και ο αέρας του φαινόταν καυτός σαν κάρβουνο. Δεν μπορούσε να τον τραβήξει από τη μύτη του. Ανάσανε από το στόμα κι ένιωσε τη γλώσσα του να ξεραίνεται.

Οι άνδρες πέταξαν νερό και έπεσε λίγο πάνω του. Η δροσιά του έφερε ανακούφιση μονάχα για μια στιγμή· η ζέστη ξανάρθε αμέσως. Συνέχισε να σέρνεται αποφασισμένος, ενώ καταλάβαινε ότι ο Λόιαλ ήταν πίσω του μονάχα από το βήχα που άκουγε.

Ο ένας τοίχος του διαδρόμου ήταν σχεδόν ολόκληρος μια φλόγα και το πάτωμα εκεί είχε αρχίσει να προσθέτει λεπτά συννεφάκια καπνού στο σύννεφο που κρεμόταν πάνω από το κεφάλι του. Χαιρόταν που δεν μπορούσε να δει τι βρισκόταν πάνω από τον καπνό. Το δυσοίωνο τρίξιμο του έλεγε αρκετά.

Η πόρτα του δωματίου του Χούριν δεν είχε αρπάξει ακόμα φωτιά, αλλά ήταν τόσο καυτή, που δοκίμασε και δεύτερη φορά για να καταφέρει να την ανοίξει. Το πρώτο που είδε ήταν ο Χούριν, σωριασμένος στο πάτωμα. Ο Ραντ σύρθηκε ως τον μυριστή και τον σήκωσε. Στο πλάι του κεφαλιού του υπήρχε ένα καρούμπαλο, μεγάλο σαν δαμάσκηνο.