Выбрать главу

Ο Χούριν άνοιξε τα μάτια του, που τον κοίταξαν θολά. «Άρχοντα Ραντ;» μουρμούρισε αχνά. «...χτύπημα στην πόρτα... νόμισα ήταν πάλι προσκλ...» Τα μάτια του γύρισαν προς τα μέσα. Ο Ραντ έψαξε για το σφυγμό του, και ένιωσε ανακούφιση όταν τον βρήκε.

«Ραντ...» Ο Λόιαλ έβηξε. Ήταν πλάι στο κρεβάτι του και είχε σηκώσει τα σκεπάσματα για να αποκαλύψει τα γυμνά σανίδια από κάτω. Το κιβώτιο είχε εξαφανιστεί.

Πάνω από τους καπνούς, το ταβάνι έτριξε, και κομμάτια ξύλων που καίγονταν έπεσαν στο πάτωμα.

Ο Ραντ είπε, «Πάρε τα βιβλία σου. Εγώ θα πάρω τον Χούριν. Βιάσου». Έκανε να ρίξει το νωθρό κορμί του μυριστή στον ώμο του, όμως ο Λόιαλ του το πήρε από τα χέρια.

«Ας καούν τα βιβλία, Ραντ. Δεν μπορείς να τον κουβαλάς και να σέρνεσαι μαζί και, αν σηκωθείς όρθιος, δεν θα προλάβεις να φτάσεις στις σκάλες». Ο Ογκιρανός έριξε τον Χούριν στην πλατιά ράχη του, με τα πόδια και τα χέρια να κρέμονται δεξιά κι αριστερά. Το ταβάνι έκανε ένα δυνατό κρακ. «Πρέπει να βιαστούμε, Ραντ».

«Προχώρα, Λόιαλ. Προχώρα και θα σε ακολουθήσω».

Ο Ογκιρανός σύρθηκε στο διάδρομο με το φορτίο του, και ο Ραντ ξεκίνησε στο κατόπι του. Έπειτα σταμάτησε, κοιτάζοντας την εσωτερική πόρτα που οδηγούσε στο δωμάτιό του. Το λάβαρο ήταν ακόμα εκεί. Το λάβαρο του Δράκοντα. Ας καεί, σκέφτηκε, και μια σκέψη του απάντησε, σαν να είχε ακούσει τη Μουαραίν να του μιλά. Ίσως απ’ αυτό εξαρτηθεί η ζωή σου. Ακόμα προσπαθεί να με χρησιμοποιήσει. Ίσως απ’ αυτό εξαρτηθεί η ζωή σου. Οι Άες Σεντάι ποτέ δεν λένε ψέματα.

Μ’ ένα βογκητό, κυλίστηκε στο πάτωμα και άνοιξε με μια κλωτσιά την πόρτα του δωματίου του.

Το άλλο δωμάτιο ήταν παραδομένο στις φλόγες. Το κρεβάτι σχημάτιζε μια πυρά και πύρινες γλώσσες έτρεχαν στο πάτωμα. Δεν ήταν μέρος για να συρθεί. Σηκώθηκε όρθιος, έτρεξε μισοσκύβοντας στο δωμάτιο, μορφάζοντας από τη λάβρα, βήχοντας, νιώθοντας να πνίγεται. Από το υγρό πανωφόρι του υψώνονταν ατμοί. Η μια πλευρά της ντουλάπας ήδη καιγόταν. Άνοιξε απότομα την πόρτα. Μέσα ήταν τα σακίδιά της σέλας του, που είχαν προστατευτεί από τη φωτιά, και σε μια μεριά τους φούσκωνε το λάβαρο του Λουζ Θέριν Τέλαμον, με την ξύλινη θήκη του φλάουτου δίπλα τους. Για μια στιγμή, δίστασε. Και τώρα μπορώ να τ’ αφήσω να καούν.

Το ταβάνι από πάνω του μούγκρισε. Άρπαξε τα σακίδια και τη θήκη και όρμηξε στην πόρτα, πέφτοντας στα γόνατα καθώς αναμμένα δοκάρια τσακίζονταν κι έπεφταν στο σημείο που στεκόταν πριν. Σύρθηκε στο διάδρομο, τραβώντας πίσω του το φορτίο του. Το πάτωμα τραντάχτηκε, καθώς έπεφταν κι άλλα φλεγόμενα δοκάρια.

Οι άνδρες με τους κουβάδες είχαν χαθεί, όταν έφτασε στα σκαλιά. Κατέβηκε σχεδόν γλιστρώντας τα σκαλιά ως το επόμενο πλατύσκαλο, σηκώθηκε όρθιος, έτρεξε μέσα στο κτίριο, που τώρα ήταν άδειο, και βγήκε στο δρόμο. Οι θεατές τον κοίταζαν, με το πρόσωπο μαυρισμένο και το πανωφόρι γεμάτο καπνίλα, αλλά αυτός προχώρησε παραπατώντας πιο πέρα, όπου ο Λόιαλ είχε ακουμπήσει τον Χούριν στον τοίχο του απέναντι σπιτιού. Μια γυναίκα από το πλήθος σκούπιζε το πρόσωπο του Χούριν μ’ ένα πανί, αλλά τα μάτια του ήταν ακόμα κλεισμένα και η αναπνοή του ακανόνιστη.

«Υπάρχει καμιά Σοφία εδώ κοντά;» ζήτησε να μάθει ο Ραντ. «Χρειάζεται βοήθεια». Η γυναίκα τον κοίταξε ανέκφραστη κι αυτός προσπάθησε να θυμηθεί τις άλλες ονομασίες που χρησιμοποιούσαν για τις γυναίκες που στους Δύο Ποταμούς θα αποκαλούσαν Σοφίες. «Μια Σοφή Γυναίκα; Κάποια που να τη λέτε Μητέρα-Τάδε; Μια γυναίκα που να ξέρει από βότανα και θεραπείες;»

«Εγώ είμαι Αναγνώστρια, αν εννοείς αυτό», απάντησε η γυναίκα, «αλλά το μόνο που ξέρω γι’ αυτή την περίπτωση είναι να τον ανακουφίσω λιγάκι. Φοβάμαι πως κάτι έχει σπάσει μέσα στο κεφάλι του».

«Ραντ! Στ’ αλήθεια είσαι εσύ!»

Ο Ραντ έμεινε κοιτώντας. Ήταν ο Ματ, που οδηγούσε το άλογό του μέσα στο πλήθος, με το τόξο περασμένο στην πλάτη του. Ο Ματ, που το πρόσωπο του ήταν χλωμό και το δέρμα τεντωμένο, αλλά ο Ματ, τέλος πάντων, που χαμογελούσε, αν και κάπως αδύναμα. Και πίσω του ερχόταν ο Πέριν, με τα κίτρινα μάτια του να αστράφτουν στη φωτιά, που ανταγωνιζόταν τη φωτιά στα βλέμματα που τραβούσε. Και ο Ίνγκταρ, που αφίππευε, φορώντας πανωφόρι με ψηλό κολάρο αντί για πανοπλία, αλλά το σπαθί του ακόμα ξεπρόβαλλε πάνω από τον ώμο του.

Ο Ραντ ένιωσε να τον διαπερνά ένα ρίγος. «Είναι πολύ αργά», τους είπε. «Φτάσατε πολύ αργά». Και κάθισε στο δρόμο και άρχισε να γελά.

31

Ακολουθώντας τη Μυρωδιά

Ο Ραντ δεν κατάλαβε ότι ήταν εκεί και η Βέριν, παρά μόνο όταν η Άες Σεντάι έπιασε το πρόσωπο του με τα χέρια της. Για μια στιγμή, είδε ανησυχία στο πρόσωπο της, ίσως ακόμα και φόβο, και ύστερα, ξαφνικά, ένιωσε σαν να τον είχαν λούσει με παγωμένο νερό, όχι την υγρασία, αλλά τα τσιμπηματάκια. Ανατρίχιασε απότομα και σταμάτησε να γελά· εκείνη τον άφησε και έσκυψε πάνω από τον Χούριν. Η Αναγνώστρια την παρακολουθούσε με προσοχή. Το ίδιο και ο Ραντ. Τι κάνει εκεί; Λες και δεν ξέρω.