«Πού πήγατε;» ζήτησε να μάθει ο Ματ βραχνά. «Εξαφανιστήκατε, και τώρα είστε στην Καιρχίν πριν από μας. Λόιαλ;» Ο Ογκιρανός σήκωσε τους ώμους αβέβαια, και κοίταζε το πλήθος, ενώ τα αυτιά του τινάζονταν. Ο μισός κόσμος εκεί είχε αφήσει τη φωτιά και είχε γυρίσει για να βλέπει τους νεοφερμένους. Μερικοί πλησίαζαν κοντά για να ακούσουν.
Ο Ραντ πήρε το χέρι του Πέριν για να σηκωθεί. «Πώς βρήκατε το πανδοχείο;» Έριξε μια ματιά στη Βέριν, που ήταν γονατισμένη με τα χέρια στο κεφάλι του μυριστή. «Αυτή;»
«Κατά έναν τρόπο», είπε ο Πέριν. «Οι φρουροί της πύλης ήθελαν τα ονόματά μας, και ένας τύπος που έβγαινε από το φυλάκιο τινάχτηκε, όταν άκουσε το όνομα του Ίνγκταρ. Είπε ότι δεν το ήξερε, αλλά είχε ένα χαμόγελο, που φώναζε από μακριά ότι έλεγε ψέματα».
«Νομίζω ότι ξέρω ποιον εννοείς», είπε ο Ραντ. «Πάντα έτσι χαμογελά».
«Η Βέριν του έδειξε το δαχτυλίδι της», συνέχισε ο Ματ, «και ψιθύρισε στο αυτί του». Η όψη και η φωνή του έδειχναν ότι ήταν άρρωστος, τα μάγουλά του ήταν αναψοκοκκινισμένα και το δέρμα τεντωμένο, αλλά κατάφερε να χαμογελάσει. Ο Ραντ δεν είχε προσέξει άλλη φορά τα ζυγωματικά του. «Δεν άκουγα τι του έλεγε, αλλά αυτός φαινόταν έτοιμος να καταπιεί τη γλώσσα του, ή να του πεταχτούν τα μάτια από το κεφάλι. Από τη μια στιγμή στην άλλη, τσακίστηκε να μας εξυπηρετήσει. Μας είπε ότι μας περιμένατε, πού μένατε. Προσφέρθηκε να μας οδηγήσει ο ίδιος, αλλά ανακουφίστηκε όταν η Βέριν του είπε όχι». Ξεφύσηξε. «Άρχοντα Ραντ του Οίκου αλ’Θορ».
«Είναι μεγάλη ιστορία, δεν προλαβαίνω να την εξηγήσω τώρα», είπε ο Ραντ. «Πού είναι ο Ούνο και οι υπόλοιποι; Θα τους χρειαστούμε».
«Στα Προπύλαια». Ο Ματ τον κοίταξε συνοφρυωμένος και συνέχισε αργά. «Ο Ούνο είπε ότι θα προτιμούσαν να μείνουν εκεί παρά να περάσουν τα τείχη. Απ’ ό,τι βλέπω, θα προτιμούσα να ’μενα μαζί τους. Ραντ, γιατί θα χρειαστούμε τον Ούνο. Μήπως βρήκες... εκείνους;»
Ο Ραντ ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι αυτή ήταν η στιγμή την οποία απέφευγε. Πήρε μια βαθιά ανάσα και κοίταξε τον φίλο του κατάματα. «Ματ, είχα το εγχειρίδιο και το έχασα. Το ξαναπήραν οι Σκοτεινόφιλοι». Άκουσε κοφτές κραυγές έκπληξης από τους Καιρχινούς που άκουγαν, αλλά δεν τον ένοιαζε. Ας έπαιζαν το Μεγάλο Παιχνίδι τους, αν ήθελαν, αλλά είχε έρθει ο Ίνγκταρ, και ο ίδιος επιτέλους είχε τελειώσει απ’ αυτά. «Όμως δεν μπορεί να πήγαν μακριά».
Ο Ίνγκταρ είχε μείνει σιωπηλός, αλλά τώρα έκανε μπροστά και έσφιξε το μπράτσο του Ραντ. «Το είχες; Και το» —κοίταξε τους θεατές τριγύρω— «το άλλο;»
«Το ξαναπήραν κι αυτό», είπε χαμηλόφωνα ο Ραντ. Ο Ίνγκταρ βρόντηξε τη γροθιά του στην παλάμη του και γύρισε να απομακρυνθεί· μερικοί Καιρχινοί, μπροστά στο βλέμμα του, έκαναν πίσω.
Ο Ματ μάσησε το χείλος του και μετά κούνησε το κεφάλι. «Δεν ήξερα ότι είχε βρεθεί, έτσι δεν νιώθω σαν να το ξανάχασα. Απλώς είναι ακόμα χαμένο». Ήταν φανερό ότι μιλούσε για το εγχειρίδιο, όχι για το Κέρας του Βαλίρ. «Θα το ξαναβρούμε. Τώρα έχουμε δύο μυριστές, είναι κι ο Πέριν τέτοιος. Ακολούθησε τα ίχνη μέχρι τα Προπύλαια, όταν εξαφανίστηκες με τον Χούριν και τον Λόιαλ. Νόμιζα ότι το είχες σκάσει... ε, ξέρεις τι θέλω να πω. Πού πήγατε; Ακόμα δεν καταλαβαίνω πώς βρεθήκατε τόσο μπροστά μας. Ο άλλος είπε ότι είστε μέρες εδώ».
Ο Ραντ έριξε μια ματιά στον Πέριν -Είναι μυριστής;— και είδε ότι κι ο Πέριν επίσης τον κοίταζε εξεταστικά. Του φάνηκε πως ο Πέριν μουρμούρισε κάτι. Σκιοφονιάς; Μάλλον λάθος άκουσα. Το κίτρινο βλέμμα του Πέριν, για μια στιγμή, αιχμαλώτισε το δικό του, φάνηκε να κρατά τα μυστικά του Ραντ. Σκέφτηκε πως ήταν όλα παιχνίδια της φαντασίας του -Δεν τρελάθηκα. Ακόμα δεν τρελάθηκα— και τράβηξε το βλέμμα αλλού.
Η Βέριν βοηθούσε να σηκωθεί ο Χούριν, που τα πόδια του ακόμα έτρεμαν. «Νιώθω περδίκι», της έλεγε αυτός. «Ακόμα είμαι λιγάκι κουρασμένος, αλλά...» Η φωνή του έσβησε, κι έδειξε να βλέπει για πρώτη φορά τη Βέριν και να συνειδητοποιεί τι είχε συμβεί.
«Η κούραση θα κρατήσει μερικές ώρες», του είπε αυτή. «Το σώμα πρέπει να μοχθήσει για να θεραπευθεί γρήγορα».
Η Καιρχινή Αναγνώστρια σηκώθηκε. «Άες Σεντάι;» είπε με απαλή φωνή. Η Βέριν έγειρε το κεφάλι και η Αναγνώστρια έκανε ελαφρά υπόκλιση.
Μέσα στην ησυχία που είχε πέσει, οι λέξεις Άες Σεντάι έτρεξαν στο πλήθος, σε τόνους που κυμαίνονταν από το δέος ως το φόβο και την οργή. Τώρα όλοι τους παρακολουθούσαν —ακόμα και ο Κουάλε δεν έδινε σημασία στο πανδοχείο του που καιγόταν— και ο Ραντ σκέφτηκε πως ίσως καλά θα ’καναν να δείξουν λίγη επιφυλακτικότητα.