Выбрать главу

«Έχετε δωμάτια εδώ;» ρώτησε. «Πρέπει να μιλήσουμε, κι εδώ δεν γίνεται».

«Καλή ιδέα», είπε η Βέριν. «Είχα μείνει κάποτε στο Μεγάλο Δέντρο. Θα πάμε εκεί».

Ο Λόιαλ πήγε να φέρει τα άλογα —τώρα η στέγη του πανδοχείου είχε καταρρεύσει όλη, αλλά οι στάβλοι είχαν μείνει ανέπαφοι— και σύντομα βρέθηκαν να προχωρούν στους δρόμους, όλοι καβάλα εκτός από τον Λόιαλ, που ισχυριζόταν ότι είχε ξανασυνηθίσει στο περπάτημα. Ο Πέριν κρατούσε το σχοινί των φορτωμένων υποζυγίων που είχαν φέρει στο νότο.

«Χούριν», είπε ο Ραντ, «πότε θα ξαναείσαι έτοιμος να ακολουθήσεις τη μυρωδιά τους; Μπορείς να την ακολουθήσεις; Εκείνοι που σε χτύπησαν και έβαλαν τη φωτιά άφησαν ίχνη, σωστά;»

«Μπορώ να την ακολουθήσω τώρα, Άρχοντά μου. Και μπορούσα να τους μυρίσω στο δρόμο. Όμως δεν θα κρατήσει πολύ. Δεν ήταν Τρόλοκ και δεν σκότωσαν κανέναν. Ήταν απλώς άνθρωποι, Άρχοντά μου. Σκοτεινόφιλοι, φαντάζομαι, αλλά δεν μπορείς να είσαι πάντα σίγουρος μόνο με τη μυρωδιά. Μια μέρα, ίσως, πριν σβήσει».

«Ραντ, νομίζω ότι ούτε αυτοί μπορούν να ανοίξουν το κιβώτιο», είπε ο Λόιαλ, «αλλιώς θα έπαιρναν μόνο το Κέρας. Θα ήταν ευκολότερο να το πάρουν μόνο αυτό, αν μπορούσαν, παρά ολόκληρο το κιβώτιο».

Ο Ραντ ένευσε. «Θα πρέπει να το φόρτωσαν σε κάρο, ή σε άλογο. Όταν περάσουν τα Προπύλαια, θα ξαναβρούν τους Τρόλοκ, αυτό είναι βέβαιο. Θα μπορέσεις να ακολουθήσεις εκείνη τη διαδρομή, Χούριν».

«Μάλιστα, Άρχοντά μου».

«Αναπαύσου λοιπόν για να συνέλθεις», του είπε ο Ραντ. Ο μυριστής φαινόταν να έχει καλυτερέψει κάπως, αλλά ίππευε καμπουριασμένος και το πρόσωπο του έδειχνε κούραση. «Στην καλύτερη περίπτωση, θα είναι λίγες μόνο ώρες μπροστά μας. Αν κάνουμε γρήγορα...» Ξαφνικά πρόσεξε ότι όλοι οι άλλοι τον κοίταζαν, η Βέριν και ο Ίνγκταρ, ο Ματ και ο Πέριν. Κατάλαβε τι έκανε και κοκκίνισε. «Λυπάμαι, Ίνγκταρ. Μάλλον συνήθισα να είμαι επικεφαλής. Δεν πάω να σου πάρω τη θέση».

Ο Ίνγκταρ ένευσε αργά. «Η Μουαραίν έκανε καλή επιλογή, όταν έβαλε τον Άγκελμαρ να σε κάνει υπαρχηγό μου. Ίσως θα ήταν καλύτερα, αν η Έδρα της Άμερλιν σου είχε δώσει το γενικό πρόσταγμα». Ο Σιναρανός γέλασε κοφτά. «Τουλάχιστον κατόρθωσες να αγγίξεις το Κέρας».

Συνέχισαν το δρόμο τους σιωπηλοί.

Το Μεγάλο Δέντρο έμοιαζε ίδιο κι απαράλλαχτο με τον Υπερασπιστή του Δρακότειχους· ήταν ένας ψηλός, πέτρινος κύβος, με κοινή αίθουσα που είχε καλύμματα από σκούρο ξύλο και διακοσμητικά από ασήμι, μ’ ένα μεγάλο, γυαλισμένο ρολόι στην κορνίζα του τζακιού. Η πανδοχέας θα μπορούσε να ήταν αδελφή του Κουάλε. Η Κυρά Τιέντρα είχε την ίδια παχουλή όψη και το ίδιο δουλοπρεπές φέρσιμο • και το ίδιο κοφτερό βλέμμα, ενώ έδινε την ίδια εντύπωση ότι άκουγε τι υπήρχε πίσω από τις λέξεις που πρόφερες. Αλλά η Τιέντρα ήξερε τη Βέριν και καλωσόρισε την Άες Σεντάι μ’ ένα ζεστό χαμόγελο· δεν είπε για Άες Σεντάι, αλλά ο Ραντ ήταν σίγουρος ότι ήξερε.

Η Τιέντρα και ένα σμάρι υπηρετών φρόντισαν τα άλογά τους και τους έδειξαν τα δωμάτιά τους. Ο Ραντ είχε ένα ωραίο δωμάτιο, σαν το άλλο που είχε καεί, αλλά πιο πολύ τον ενδιέφερε η μεγάλη χάλκινη μπανιέρα που έφεραν δυο άνδρες, περνώντας τη με κόπο από την πόρτα, και οι αχνιστοί κουβάδες με το νερό που έφεραν οι υπηρέτριες από την κουζίνα. Μια ματιά στον καθρέφτη πάνω από το νιπτήρα του έδειξε ένα πρόσωπο που ήταν σαν να το είχαν τρίψει με καρβουνόσκονη, και το πανωφόρι του είχε μαύρες κηλίδες πάνω στο κόκκινο μαλλί.

Γδύθηκε και χώθηκε στη μπανιέρα, αλλά ενώ πλενόταν σκεφτόταν κιόλας. Η Βέριν ήταν εκεί. Μια από τις τρεις Άες Σεντάι, για τις οποίες μπορούσε να είναι βέβαιος πως δεν θα δοκίμαζαν να τον ειρηνέψουν μόνες τους, ή να τον παραδώσουν σε κείνες που θα το έκαναν. Ή τουλάχιστον έτσι του φαινόταν. Μια από τις τρεις που ήθελαν να τον κάνουν να πιστέψει ότι ήταν ο Ξαναγεννημένος Δράκοντας, να τον χρησιμοποιήσουν σαν ψεύτικο Δράκοντα. Η Βέριν είναι τα μάτια της Μουαραίν που με κοπάζουν, το βλέμμα της Μουαραίν, που θέλει να τραβήξει τα νήματά μου. Αλλά εγώ τα έχω κόψει.

Είχαν ανεβάσει τα σακίδιά του και ένα δέμα από τα φορτωμένα άλογα το οποίο περιείχε καθαρά ρούχα. Σκουπίστηκε και άνοιξε το δέμα — και αναστέναξε. Είχε ξεχάσει ότι και τα άλλα δύο πανωφόρια ήταν φανταχτερά, σαν εκείνο που είχε πετάξει στη ράχη της καρέκλας για να το καθαρίσει η υπηρέτρια. Μετά από μια παύση, διάλεξε το μαύρο, που ταίριαζε με τη διάθεσή του. Ασημένιοι ερωδιοί στέκονταν στο ψηλό κολάρο και ασημένια ποταμάκια κυλούσαν στα μανίκια του, νερό που χτυπούσε τραχιά βράχια και άφριζε.

Παίρνοντας τα πράγματά του από το παλιό πανωφόρι στο καινούργιο, βρήκε τις περγαμηνές. Έχωσε αφηρημένα τις προσκλήσεις στην τσέπη του, ενώ μελετούσε το δύο γράμματα της Σελήνης. Αναρωτήθηκε πώς είχε φανεί τόσο ανόητος. Εκείνη ήταν η μικρή και όμορφη κόρη ενός ευγενούς Οίκου. Αυτός ήταν ένας βοσκός, τον οποίο προσπαθούσαν να χρησιμοποιήσουν οι Άες Σεντάι, ένας άνδρας καταδικασμένος να τρελαθεί, αν δεν πέθαινε πρώτα. Αλλά ακόμα ένιωθε την έλξη της, καθώς κοίταζε τη γραφή της, σχεδόν μπορούσε να μυρίσει το άρωμά της.