«Είμαι βοσκός», είπε στα γράμματα, «όχι κάποιος σπουδαίος άνθρωπος και, αν μπορούσα να παντρευτώ κάποια, αυτή θα ήταν η Εγκουέν, μα εκείνη θέλει να γίνει Άες Σεντάι, και πώς μπορώ να παντρευτώ οποιαδήποτε γυναίκα, να αγαπήσω οποιαδήποτε γυναίκα, αφού θα τρελαθώ και ίσως τη σκοτώσω;»
Οι λέξεις όμως δεν μπορούσαν να διώξουν την ανάμνηση της ομορφιάς της Σελήνης, του τρόπου που έκανε το αίμα του να καίει με μια ματιά της. Του φαινόταν σχεδόν πως ήταν εκεί στο δωμάτιο μαζί του, ότι μπορούσε να μυρίσει το άρωμά της, τόσο έντονα που κοίταξε γύρω του, και γέλασε όταν είδε ότι ήταν μόνος.
«Η φαντασία μου παίζει παιχνίδια, σαν να μου σάλεψε κιόλας», μουρμούρισε.
Απότομα, έγειρε πίσω το λαμπόγυαλο της λάμπας, που ήταν στο τραπεζάκι κοντά στο κρεβάτι, την άναψε, κι άγγιξε τα γράμματα στη φλόγα. Έξω από το πανδοχείο, ο άνεμος δυνάμωσε και μούγκρισε, τρύπωσε από τα παντζούρια και φύσηξε τις φλόγες για να καταπιούν την περγαμηνή. Ο Ραντ πέταξε βιαστικά τα γράμματα στις κρύες στάχτες του τζακιού, λίγο πριν η φωτιά αγγίξει τα δάχτυλά του. Περίμενε να σβήσουν και τα αποκαΐδια και να χαθεί ο καπνός, πριν ζωστεί το σπαθί του και βγει από το δωμάτιο.
Η Βέριν είχε πάρει μια ιδιωτική τραπεζαρία, στην οποία τα ράφια των σκούρων τοίχων είχαν ακόμα περισσότερα ασημικά απ’ όσα είχε η κοινή αίθουσα. Ο Ματ πετούσε στον αέρα τρία βραστά αυγά σαν μπαλάκια και προσπαθούσε να φανεί απαθής. Ο Ίνγκταρ κοίταζε το σβησμένο τζάκι, με τα φρύδια σμιγμένα. Ο Λόιαλ είχε ακόμα στις τσέπες του μερικά βιβλία από το Φαλ Ντάρα, και διάβαζε ένα κάτω από μια λάμπα.
Ο Πέριν καθόταν καμπουριασμένος στο τραπέζι και περιεργαζόταν τα χέρια του, που έσφιγγαν την άκρη του τραπεζιού. Για τη δική του όσφρηση, το δωμάτιο μύριζε το κερί που είχαν χρησιμοποιήσει για να γυαλίσουν τη επένδυση των τοίχων. Αυτός ήταν, σκέφτηκε. Ο Ραντ είναι ο Σκιοφονιάς. Φως μου, τι μας συμβαίνει; Τα χέρια του σφίχτηκαν γροθιές, μεγάλα, γεμάτα γωνίες. Αυτά τα χέρια προορίζονταν για το σφυρί του σιδερά, όχι για τον πέλεκυ.
Σήκωσε το βλέμμα, καθώς έμπαινε μέσα ο Ραντ. Του φάνηκε ότι ο Ραντ έδειχνε αποφασισμένος, σαν να είχε σκεφτεί τις επόμενες κινήσεις τους. Η Άες Σεντάι έκανε νόημα στον Ραντ να καθίσει σε μια πολυθρόνα με ψηλή ράχη απέναντί της.
«Τι κάνει ο Χούριν;» τη ρώτησε ο Ραντ, μετατοπίζοντας το σπαθί του για να καθίσει. «Ξεκουράζεται;»
«Επέμεινε να βγει έξω», απάντησε ο Ίνγκταρ. «Του είπα να ακολουθήσει τα ίχνη μόνο μέχρι να μυρίσει Τρόλοκ. Μπορούμε αύριο να τα ακολουθήσουμε από κει. Ή θέλεις να πάμε απόψε;»
«Ίνγκταρ», είπε άβολα ο Ραντ, «πραγματικά δεν ήθελα να αναλάβω την αρχηγία. Απλώς δεν το σκέφτηκα». Αλλά δεν ήταν τόσο νευρικός όσο θα ήταν κάποτε, σκέφτηκε ο Πέριν. Σκιοφονιάς. Όλοι αλλάζουμε.
Ο Ίνγκταρ δεν απάντησε, αλλά συνέχισε να κοιτάζει το τζάκι.
«Υπάρχουν μερικά πράγματα που μου δημιουργούν μεγάλο ενδιαφέρον, Ραντ», είπε ήρεμα η Βέριν. «Το ένα είναι πώς εξαφανίστηκες από το στρατόπεδο του Ίνγκταρ χωρίς ίχνος. Ένα άλλο είναι πώς έφτασες στην Καιρχίν μια βδομάδα πριν από μας. Εκείνος ο υπάλληλος ήταν σαφής σ’ αυτό. Μόνο πετώντας θα το κατάφερνες».
Ένα από τα αυγά του Ματ έπεσε στο πάτωμα και έσπασε. Δεν το κοίταζε όμως. Έβλεπε τον Ραντ και ο Ίνγκταρ είχε γυρίσει προς αυτόν. Ο Λόιαλ προσποιόταν πως ακόμα διάβαζε, αλλά είχε πάρει ανήσυχη έκφραση και τα αυτιά του είχαν σηκωθεί και κατέληγαν σε τριχωτές, μυτερές άκρες.
Ο Πέριν κατάλαβε ότι και ο ίδιος είχε καρφώσει εκεί το βλέμμα του. «Ε, δεν πέταξε», είπε. «Δεν βλέπω φτερά. Μπορεί να έχει σημαντικότερα πράγματα να μας πει». Η Βέριν έστρεψε την προσοχή της πάνω του, μονάχα για μια στιγμή. Κατόρθωσε να της αντιγυρίσει το βλέμμα, αλλά αυτός πρώτος το τράβηξε αλλού. Άες Σεντάι. Φως μου, γιατί ήμασταν τόσο βλάκες που ακολουθήσαμε μια Άες Σεντάι; Ο Ραντ του έριξε μια ματιά γεμάτη ευγνωμοσύνη και ο Πέριν του χαμογέλασε. Δεν ήταν ο παλιός Ραντ —έμοιαζε να έχει επηρεαστεί από κείνο το φανταχτερό πανωφόρι· τώρα του ταίριαζε πάνω του— αλλά ήταν ακόμα το παιδί μαζί με το οποίο είχε μεγαλώσει ο Πέριν. Σκιοφονιάς. Ένας άνθρωπος τον οποίο οι λύκοι κοιτάζουν με δέος. Ένας άνδρας που μπορεί να διαβιβάσει.
«Δεν με πειράζει», είπε ο Ραντ, και είπε την ιστορία του απλά.
Ο Πέριν έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Διαβατικές Λίθοι. Άλλοι κόσμοι, όπου η γη έμοιαζε να πεταρίζει. Ο Χούριν, που ακολουθούσε τα ίχνη της μελλοντικής πορείας των Σκοτεινόφιλων. Και μια όμορφη γυναίκα σε κίνδυνο, σαν σε ιστορία βάρδου.