Выбрать главу

Ο Ματ άφησε ένα μακρύ, χαμηλό σφύριγμα. «Και σας έφερε πίσω; Μ’ αυτές τις — τις Διαβατικές Λίθους;»

Ο Ραντ δίστασε για μια στιγμή. «Πρέπει», είπε. «Όπως βλέπετε λοιπόν, έτσι σας προσπεράσαμε και φτάσαμε τόσο μακριά. Όταν ήρθε ο Φάιν, ο Λόιαλ και εγώ καταφέραμε να ξανακλέψουμε το Κέρας του Βαλίρ μέσα στη νύχτα και ήρθαμε στην Καιρχίν, επειδή μας φάνηκε ότι δεν θα καταφέρναμε να τους αποφύγουμε τώρα που είχαν ξεσηκωθεί, και ήξερα ότι ο Ίνγκταρ θα συνέχιζε να του ακολουθεί προς το νότο και τελικά θα έφτανε στην Καιρχίν».

Σκιοφονιάς. Ο Ραντ τον κοίταξε στενεύοντας τα μάπα και ο Πέριν κατάλαβε ότι είχε πει το όνομα φωναχτά. Προφανώς όμως δεν είχε μιλήσει πολύ δυνατά, γιατί οι άλλοι φαίνονταν να μην έχουν ακούσει. Κανένας άλλος δεν τον κοίταζε. Ένιωσε ότι ήθελε να πει στον Ραντ για τους λύκους. Ξέρω τα δικά σου. Είναι δίκαιο να μάθεις να δικά μου. Αλλά ήταν και η Βέριν. Δεν μπορούσε να μιλήσει μπροστά της.

«Ενδιαφέρον», είπε η Άες Σεντάι, με μια σκεφτική έκφραση. «Πολύ θα ήθελα να γνωρίσω αυτή την κοπέλα. Αν μπορεί να χρησιμοποιήσει Διαβατικές Λίθους,.. Ακόμα και η ονομασία τους δεν είναι πολύ γνωστή». Έκανε μια απότομη κίνηση. «Τέλος πάντων, αυτό είναι για άλλη φορά. Δεν θα δυσκολευτούμε να βρούμε μια ψηλή κοπέλα στους Καιρχινούς Οίκους. Α, έρχεται το φαγητό μας».

Ο Πέριν μύρισε το αρνάκι πριν ακόμα έρθει η Κυρά Τιέντρα, οδηγώντας μια πομπή υπηρετών που κουβαλούσαν δίσκους με φαγητά. Το στομάχι του γέμισε σάλια, πιο πολύ για το αρνάκι παρά για τα μπιζέλια και τα κολοκυθάκια, τα καρότα και το λάχανο που τα συνόδευαν, ή για τα καυτά, τραγανά ψωμάκια. Ακόμα του άρεσαν τα λαχανικά, αλλά μερικές φορές, τώρα τελευταία, ονειρευόταν κόκκινο κρέας. Συνήθως ούτε καν μαγειρεμένο. Ένιωσε άβολα, όταν έπιασε τον εαυτό του να σκέφτεται ότι οι ωραίες ροδαλές φέτες του αρνιού που έκοβε η πανδοχέας ήταν υπερβολικά καλοψημένες. Πήρε με αποφασιστικότητα απ’ όλα τα φαγητά. Και διπλή μερίδα αρνί.

Το δείπνο τους ήταν ήσυχο, καθώς όλοι ήταν απορροφημένοι στις σκέψεις τους. Για τον Πέριν, ο Ματ που έτρωγε ήταν οδυνηρό θέαμα. Η όρεξή του ήταν ακόρεστη όπως πάντα, παρά τα αναψοκοκκινισμένα μάγουλά του, και έτσι όπως καταβρόχθιζε το φαγητό έμοιαζε σαν να ήταν το τελευταίο του γεύμα πριν πεθάνει. Ο Πέριν κοίταζε όσο μπορούσε περισσότερο στο πιάτο του, κι ευχόταν να μην είχαν φύγει ποτέ από το Πεδίο του Έμοντ.

Όταν οι υπηρέτριες καθάρισαν το τραπέζι και ξανάφυγαν, η Βέριν επέμεινε να μείνουν μαζί μέχρι την επιστροφή του Χούριν. «Ίσως φέρει νέα που θα μας αναγκάσουν να φύγουμε αμέσως».

Ο Ματ καταπιάστηκε πάλι με τα ταχυδακτυλουργικά και ο Λόιαλ με το διάβασμα. Ο Ραντ ρώτησε την πανδοχέα αν υπήρχαν άλλα βιβλία, και εκείνη του έφερε Τα Ταξίδια του Τζάιν του Γοργοπόδαρου. Του Πέριν του άρεσε αυτό το βιβλίο, με τις ιστορίες των περιπετειών ανάμεσα στους Θαλασσινούς και τα ταξιδιών σε χώρες πέρα από την Ερημιά των Αελιτών, απ’ όπου έφερναν το μετάξι. Όμως δεν είχε διάθεση για διάβασμα, κι έτσι έστησε έναν άβακα λίθων στο τραπέζι με τον Ίνγκταρ. Ο Σιναρανός έπαιζε με ορμή και αποκοτιά. Ο Πέριν πάντα έπαιζε πεισματικά και πάντα ήταν απρόθυμος να υποχωρήσει, αλλά τώρα κινούσε τους λίθους αψήφιστα όσο ο Ίνγκταρ. Οι περισσότερες παρτίδες κατέληξαν σε ισοπαλία, αλλά είχε καταφέρει να ισοφαρίσει στις νίκες τον Ίνγκταρ. Ο Σιναρανός τον κοίταζε με περισσότερο σεβασμό νωρίς το βραδάκι, όταν επέστρεψε ο μυριστής.

Το πλατύ χαμόγελο του Χούριν ήταν ταυτόχρονα θριαμβευτικό και μπερδεμένο. «Τους βρήκα, Άρχοντα Ίνγκταρ. Άρχοντα Ραντ. Ακολούθησα τα ίχνη που οδηγούν στο λημέρι τους».

«Λημέρι;» είπε κοφτά ο Ίνγκταρ. «Εννοείς ότι κρύβονται κάπου κοντά;»

«Μάλιστα, Άρχοντα Ίνγκταρ. Ακολούθησα ως εκεί αυτούς που πήραν το Κέρας, και υπήρχε οσμή Τρόλοκ σ’ όλο εκείνο το μέρος, αν και κρύβονταν, σαν να μην τολμούσαν να φανούν, ούτε ακόμα και κει. Και δεν είναι παράξενο». Ο μυριστής πήρε μια βαθιά ανάσα. «Είναι το μεγάλο μέγαρο του Άρχοντα Μπαρτέηνς, που μόλις τελείωσε η κατασκευή του».

«Του Άρχοντα Μπαρτέηνς!» αναφώνησε ο Ίνγκταρ. “Μα αυτός... αυτός... είναι...»

«Υπάρχουν Σκοτεινόφιλοι, τόσο μεταξύ των ισχυρών όσο και μεταξύ των ταπεινών», είπε η Βέριν ήρεμα. «Οι ισχυροί δίνουν τις ψυχές τους στη Σκιά εξίσου συχνά με τους ταπεινούς». Ο Ίνγκταρ κατσούφιασε, σαν να μην ήθελε να βάλει στο νου του τέτοιο πράγμα.

«Υπάρχουν σκοποί», συνέχισε ο Χούριν. «Δεν μπαίνουμε μέσα με είκοσι άνδρες, αν θέλουμε να ξαναβγούμε. Εκατό κάτι θα έκαναν, αλλά με δύο θα ήταν καλύτερα. Έτσι νομίζω, Άρχοντά μου».