Выбрать главу

Η Βέριν μιλούσε στον Ραντ. Ο Πέριν το ήξερε, και από το ζαλισμένο βλέμμα του Ματ φαινόταν ότι το ήξερε κι αυτός. Ακόμα και ο Λόιαλ ανακάθισε νευρικά στην καρέκλα του. Φως μου, Ραντ, σκέφτηκε ο Πέριν. Φως μου, μην την αφήσεις να σε χρησιμοποιήσει.

Τα χέρια του Ραντ έσφιγγαν τόσο δυνατά το τραπέζι, που οι αρθρώσεις του ήταν κάτασπρες, αλλά η φωνή του ήταν ατάραχη. Τα μάτια του δεν έφυγαν στιγμή από την Άες Σεντάι. «Πρώτα πρέπει να πάρουμε πίσω το Κέρας και το εγχειρίδιο. Και μετά, τέλος, Βέριν. Μετά, τέλος».

Βλέποντας το χαμόγελο της Βέριν, αμυδρό και μυστηριώδες, ο Πέριν ένιωσε παγωνιά. Του φαινόταν πως ο Ραντ δεν ήξερε ούτε τα μισά απ’ όσα νόμιζε. Ούτε τα μισά.

32

Επικίνδυνες Λέξεις

Το μέγαρο του Άρχοντα Μπαρτέηνς στεκόταν σαν πελώριος βάτραχος μέσα στη νύχτα, καλύπτοντας όση επιφάνεια θα έπιανε κι ένα φρούριο, με τείχη και βοηθητικά κτίσματα. Όμως δεν ήταν φρούριο, μιας και είχε ψηλά παράθυρα παντού, και φώτα, και από μέσα ακούγονταν μουσικές και γέλια, αλλά ο Ραντ έβλεπε φρουρούς να περπατούν στις κορυφές των πύργων και στους διαδρόμους στις στέγες, και από τα τόσα παράθυρα κανένα δεν ήταν κοντά στο έδαφος. Κατέβηκε από την πλάτη του Κοκκινοτρίχη, έσιαξε το πανωφόρι του, έστρωσε το ζωνάρι του σπαθιού του. Οι άλλοι ξεπέζεψαν γύρω του, εκεί που άρχιζαν τα φαρδιά σκαλιά από άσπρη πέτρα, που κατέληγαν στις πλατιές πολυσμιλεμένες πόρτες του μεγάρου.

Τη συνοδεία του αποτελούσαν δέκα Σιναρανοί υπό τον Ούνο. Ο μονόφθαλμος αντάλλαζε μερικά νεύματα με τον Ίνγκταρ, πριν πάρει τους άνδρες του για να πάνε εκεί που ήταν και οι άλλοι ακόλουθοι, στους οποίους προσφερόταν άφθονη μπύρα, ενώ ένα ολόκληρο βόδι ψηνόταν σε μια σούβλα πάνω σε δυνατή φωτιά.

Οι υπόλοιποι δέκα Σιναρανοί είχαν μείνει πίσω, μαζί με τον Πέριν. Η Βέριν είχε πει ότι όσοι πήγαιναν εκεί έπρεπε να εξυπηρετούν έναν ορισμένο σκοπό, και ο Πέριν αυτή τη νύχτα δεν είχε κάτι συγκεκριμένο να κάνει. Για τα μάτια των Καιρχινών, η ακολουθία ήταν απαραίτητη, αλλά, αν ξεπερνούσε τους δέκα άνδρες, θα φαινόταν ύποπτο. Ο Ραντ ήταν εκεί επειδή είχε λάβει την πρόσκληση. Ο Ίνγκταρ είχε έρθει για να προσφέρει το κύρος του τίτλου του, ενώ ο Λόιαλ ήταν εκεί επειδή οι Ογκιρανοί ήταν περιζήτητοι στα ανώτερα στρώματα των ευγενών της Καιρχίν. Ο Χούριν προσποιόταν ότι ήταν ο βαλές του Ίνγκταρ. Ο πραγματικός στόχος του ήταν να μυρίσει αν υπήρχαν Σκοτεινόφιλοι και Τρόλοκ, αν μπορούσε· το Κέρας του Βαλίρ δεν θα ήταν μακριά τους. Ο Ματ, που ακόμα γκρίνιαζε γι’ αυτό, προσποιόταν ότι ήταν ο υπηρέτης του Ραντ, εφόσον μπορούσε να νιώσει το εγχειρίδιο όταν ήταν κοντά του. Αν ο Χούριν αποτύγχανε, ίσως μπορούσε αυτός να βρει τους Σκοτεινόφιλους.

Όταν ο Ραντ είχε ρωτήσει τη Βέριν γιατί θα ερχόταν κι αυτή, απλώς του είχε χαμογελάσει και είχε πει, «Για να σας προσέχω».

Καθώς ανέβαιναν τα σκαλιά, ο Ματ μουρμούρισε, «Ακόμα δεν καταλαβαίνω γιατί να κάνω τον υπηρέτη». Μαζί με τον Χούριν, ακολουθούσαν πίσω από τους άλλους. «Που να καώ, αν μπορεί ο Ραντ να γίνει άρχοντας, γιατί να μη βάλω κι εγώ ένα φανταχτερό πανωφόρι».

«Ο υπηρέτης», είπε η Βέριν, χωρίς να γυρίσει για να τον κοιτάξει, «μπορεί να πάει σε πολλά μέρη που δεν μπορεί να πάει άλλος, και πολλοί ευγενείς δεν θα τον δουν καν. Εσύ και ο Χούριν έχετε πάρει οδηγίες».

«Σώπασε, Ματ», πρόσθεσε ο Ίνγκταρ, «εκτός αν θέλεις να τα βγάλεις όλα στη φόρα». Πλησίαζαν τις πόρτες, όπου στέκονταν πεντ’ έξι φρουροί με το σήμα του Δένδρου και του Στέμματος του Οίκου Ντέημοντρεντ στο στήθος και άλλοι τόσοι με σκουροπράσινες λιβρέες και το Δένδρο και το Στέμμα στο μανίκι.

Ο Ραντ πήρε μια βαθιά ανάσα και έδωσε την πρόσκληση. «Είμαι ο Άρχοντας Ραντ του Οίκου αλ’Θορ», είπε βιαστικά, για να τα πει και να ξεμπερδεύει. «Κι αυτοί είναι οι καλεσμένοι μου. Η Βέριν Άες Σεντάι του Καφέ Άτζα. Ο Άρχοντας Ίνγκταρ του Οίκου Σινόβα από το Σίναρ. Ο Λόιαλ, ο γιος του Άρεντ, του γιου του Χάλαν, από το Στέντιγκ Σανγκτάι». Ο Λόιαλ είχε ζητήσει να μην πουν για στέντιγκ, αλλά η Βέριν επέμεινε ότι χρειάζονταν άκρα επισημότητα.

Ο υπηρέτης, που είχε απλώσει το χέρι του στην πρόσκληση με μια βαριεστημένη υπόκλιση, ανοιγόκλεινε τα μάτια με κάθε πρόσθετο τίτλο που άκουγε· κοίταξε γουρλωμένος τη Βέριν. Με πνιγμένη φωνή, είπε, «Καλωσορίσατε στον Οίκο Ντέημοντρεντ, άρχοντές μου. Καλωσόρισες, Άες Σεντάι. Καλωσόρισες, φίλε Ογκιρανέ». Έκανε νόημα στους άλλους υπηρέτες να ανοίξουν διάπλατα τις πόρτες και υποκλίθηκε, συνοδεύοντας τον Ραντ και τους άλλους μέσα· εκεί έδωσε βιαστικά την πρόσκληση σε έναν άλλο άνδρα με λιβρέα και του ψιθύρισε στο αυτί.