Ο άλλος είχε ένα μεγάλο Δένδρο και Στέμμα στο στήθος του πράσινου πανωφοριού του. «Άες Σεντάι», είπε, χρησιμοποιώντας το μακρύ ραβδί του για να υποκλιθεί στον καθένα τους με τη σειρά, κατεβάζοντας κάθε φορά το κεφάλι σχεδόν ως τα γόνατα. «Άρχοντές μου. Φίλε Ογκιρανέ. Λέγομαι Άσιν. Παρακαλώ, ακολουθήστε με».
Το εξωτερικό δωμάτιο είχε μόνο υπηρέτες, αλλά ο Άσιν τους οδήγησε σε μια μεγάλη αίθουσα γεμάτη ευγενείς, στη μια πλευρά της οποίας έδινε παράσταση ένας ταχυδακτυλουργός και στην άλλη ακροβάτες. Οι φωνές και η μουσική που έρχονταν από αλλού έλεγαν ότι αυτή δεν ήταν η μόνη αίθουσα, ούτε και η μόνη ψυχαγωγία. Οι ευγενείς στέκονταν σε ομάδες των δύο, των τριών και των τεσσάρων ατόμων, μερικές φορές άνδρες και γυναίκες μαζί, μερικές φορές όχι, πάντα προσέχοντας να αφήνουν χώρο για να μην μπορεί να ακούσει απαρατήρητος κανείς τι έλεγαν. Οι καλεσμένοι φορούσαν τα σκούρα χρώματα των Καιρχινών· όλοι είχαν λαμπερές ρίγες στο στήθος, που σε μερικούς έφταναν ως τη μέση. Οι γυναίκες είχαν τα μαλλιά χτενισμένα ψηλά, με μπούκλες που σχημάτιζαν περίπλοκους πύργους, καθεμιά διαφορετικό, και τα σκούρα φορέματά τους ήταν τόσο φαρδιά, που έπρεπε να γυρίσουν στο πλάι για να περάσουν από πόρτα στενότερη από την είσοδο του μεγάρου. Κανένας από τους άνδρες δεν είχε το κεφάλι ξυρισμένο όπως οι στρατιώτες —όλοι είχαν μακριά μαλλιά και σκούρα καπέλα, άλλα με σχήμα καμπάνας, άλλα επίπεδα— ενώ, όπως οι γυναίκες, φορούσαν πολύπτυχες δαντελωτές μανσέτες, σαν από σκούρο φίλντισι, που σχεδόν τους έκρυβαν τα χέρια.
Ο Άσιν χτύπησε κάτω το ραβδί του και τους ανήγγειλε με δυνατή φωνή, ξεκινώντας από τη Βέριν.
Τράβηξε όλα τα βλέμματα πάνω της. Η Βέριν φορούσε το σάλι της με τα καφέ κρόσσια, που είχε κεντημένες κληματαριές· η αναγγελία μιας Άες Σεντάι έστειλε ένα μουρμουρητό να διατρέξει τους άρχοντες και τις αρχόντισσες, κι έκανε τον ταχυδακτυλουργό να ρίξει ένα από τα στεφάνια του, αν και κανείς δεν τον κοίταζε πια. Κι ο Λόιαλ τράβηξε σχεδόν εξίσου πολλά βλέμματα, πριν ακόμα ο Άσιν πει το όνομά του. Παρά τα ασημένια κεντήματα στο κολάρο και τα μανίκια, το κατά τα άλλα κατάμαυρο πανωφόρι του Ραντ τον έκανε να δείχνει επιβλητικός πλάι στους Καιρχινούς, και τα σπαθιά που φορούσαν αυτός και ο Ίνγκταρ τράβηξαν πολλά βλέμματα. Κανείς από τους άρχοντες δεν φαινόταν οπλισμένος. Ο Ραντ άκουσε, κι όχι μόνο μια φορά, να λένε για τη «λεπίδα με το σήμα του ερωδιού». Μερικοί τον κοίταζαν σχεδόν συνοφρυωμένοι· υποψιάστηκε πως ήταν εκείνοι τους οποίους είχε προσβάλει καίγοντας τις προσκλήσεις τους.
Ένας άνδρας λεπτός κι εμφανίσιμος τους πλησίασε. Είχε μακριά μαλλιά που γκρίζαραν, και πολύχρωμες ρίγες διέσχιζαν το μπροστινό μέρος του σκουρόγκριζου πανωφοριού του, από το λαιμό σχεδόν ως εκεί που τελείωνε, λίγο πάνω από τα γόνατα. Ήταν πανύψηλος για Καιρχινός, μόνο μισό κεφάλι κοντύτερος του Ραντ, και ο τρόπος που στεκόταν τον έκανε να μοιάζει ακόμα ψηλότερος, με το σαγόνι υψωμένο, σαν να κοιτούσε όλους τους άλλους αφ’ υψηλού. Τα μάτια του ήταν μαύρα βράχια. Μα κοίταξε επιφυλακτικά τη Βέριν.
«Η Χάρη με τιμά με την παρουσία σου, Άες Σεντάι». Η φωνή του Μπαρτέηνς Ντέημοντρεντ ήταν βαθιά, γεμάτη αυτοπεποίθηση. Το βλέμμα του άγγιξε τους άλλους. «Δεν περίμενα τόσο διακεκριμένη συντροφιά, Άρχοντα Ίνγκταρ. Φίλε Ογκιρανέ». Η υπόκλιση του προς τον καθένα τους ήταν ελάχιστα βαθύτερη από ένα νεύμα της κεφαλής· ο Μπαρτέηνς ήξερε ακριβώς πόση εξουσία είχε. «Κι εσύ, νεαρέ Άρχοντα Ραντ. Προκάλεσες τόσα σχόλια στην πόλη και στους Οίκους. Ίσως βρεθεί απόψε ευκαιρία να μιλήσουμε». Ο τόνος του έλεγε ότι δεν θα ένιωθε την παραμικρή λύπη έτσι και δεν βρισκόταν ευκαιρία, και πως ο ίδιος δεν είχε σχολιάσει τίποτα, αλλά το βλέμμα του γλίστρησε για μια στιγμή στον Ίνγκταρ και τον Λόιαλ, και τη Βέριν, πριν το προλάβει. «Καλωσόρισες». Άφησε να τον πάρει αλλού μια εμφανίσιμη γυναίκα, που ακούμπησε στο μπράτσο του το γαντοφορεμένο χέρι της, που ήταν πνιγμένο στις δαντέλες, αλλά το βλέμμα του στράφηκε πάλι στον Ραντ καθώς προχωρούσε.
Τα μουρμουρητά των συζητήσεων ξανάρχισαν πάλι και ο ταχυδακτυλουργός άρχισε πάλι να πετά τα στεφάνια του, σε κύκλο που έφτανε σχεδόν ως το ταβάνι με τα γύψινα διακοσμητικά, τέσσερις απλωσιές ψηλά. Οι ακροβάτες δεν είχαν σταματήσει καθόλου· μια γυναίκα πήδηξε στον αέρα από τα ενωμένα χέρια ενός συναδέλφου της —το αλειμμένο με λάδι κορμί της, καθώς στριφογυρνούσε, άστραψε στο φως που έριχναν εκατό λάμπες— και έπεσε όρθια στα χέρια ενός άλλου, που ήδη στεκόταν στους ώμους του τέταρτου. Αυτός την ύψωσε, σηκώνοντάς την στα χέρια του, όπως ακριβώς έκανε και ο άλλος από κάτω του, κι εκείνη άπλωσε τα χέρια, σαν να περίμενε χειροκρότημα. Κανένας δεν φάνηκε να το προσέχει.