«Παίζω φλάουτο». Πώς άραγε...; Ο Κάλντεβουιν. Φως μου, στην Καιρχίν οι πάντες ακούνε τα πάντα. «Με συγχωρείς τώρα...»
«Άκουσα ότι μερικοί άρχοντες σε ξένες χώρες παίζουν μουσική, αλλά ποτέ δεν το πίστευα. Θα ’θελα πολύ να σε ακούσω να παίζεις. Ίσως θέλεις να μου μιλήσεις, για τούτο ή για κείνο. Ο Μπαρτέηνς φάνηκε να βρίσκει συναρπαστική τη συζήτηση μαζί σου. Ο σύζυγός μου περνά τον καιρό του δοκιμάζοντας το κρασί από τους αμπελώνες του και με αφήνει ολομόναχη. Ποτέ δεν έρχεται να μου μιλήσει».
«Θα πρέπει να σου λείπει», είπε ο Ραντ, προσπαθώντας να περάσει γύρω από την Αλαίην και τις φαρδιές φούστες της. Εκείνη άφησε ένα καμπανιστό γέλιο, σαν να της είχε πει το πιο αστείο πράγμα στον κόσμο.
Μια άλλη γυναίκα κατέπλευσε δίπλα στην πρώτη, κι αυτή ακούμπησε το στήθος του. Είχε όσες ρίγες είχε και η Αλαίην, και ήταν συνομήλικες, δέκα χρόνια τουλάχιστον μεγαλύτερες από τον Ραντ. «Θέλεις να τον κρατήσεις αποκλειστικά για σένα, Αλαίην;» Οι δυο γυναίκες χαμογέλασαν η μια στην άλλη, ενώ τα μάτια τους πετούσαν φλόγες. Η δεύτερη έστρεψε το χαμόγελό της στον Ραντ. «Είμαι η Μπελεβήρ Οσίλιν. Όλοι οι Αντορίτες είναι τόσο ψηλοί; Και τόσο ωραίοι;»
Εκείνος ξερόβηξε. «Α... μερικοί είναι τόσο ψηλοί, αλλά, αν με...»
«Σε είδα να μιλάς με τον Μπαρτέηνς. Λένε ότι γνωρίζεις επίσης και τον Γκάλντριαν. Πρέπει να έρθεις να με δεις, και να μιλήσουμε. Ο σύζυγός μου πήγε να επισκεφθεί τα κτήματά μας στο νότο».
«Είσαι διακριτική σαν σερβιτόρα ταβερνείου», της είπε με σφυριχτή φωνή η Αλαίην, και αμέσως γύρισε να χαμογελάσει στον Ραντ. «Της λείπει η φινέτσα. Κανένας άνδρας δεν θα συμπαθούσε μια γυναίκα με τόσο άξεστους τρόπους. Φέρε το φλάουτό σου στο μέγαρο μου και θα μιλήσουμε. Ίσως με μάθεις να παίζω».
«Αυτό που η Αλαίην θεωρεί διακριτικότητα», είπε μελιστάλαχτα τη Μπελεβήρ, «δεν είναι παρά έλλειψη θάρρους. Ο άνδρας που φορά σπαθί με το σήμα του ερωδιού πρέπει να είναι γενναίος. Είναι στ’ αληθινά λεπίδα με ερωδιό, ε;»
Ο Ραντ προσπάθησε να οπισθοχωρήσει. «Συγχωρέστε με, πρέπει—» Τον ακολούθησαν βήμα-βήμα, ώσπου η πλάτη του κόλλησε στον τοίχο· το φάρδος που είχαν τα φουστάνια τους σχημάτιζε άλλον ένα τοίχο μπροστά του.
Ο Ραντ τινάχτηκε, όταν μια τρίτη γυναίκα στριμώχτηκε πλάι στις άλλες δύο και η φούστα της ενώθηκε με τον τοίχο που σχημάτιζαν οι δικές τους. Ήταν μεγαλύτερή τους, αλλά εξίσου όμορφη, με ένα χαμόγελο ευαρέσκειας που δεν απάλυνε το κοφτερό βλέμμα της. Είχε περισσότερες ρίγες απ’ όσες η Αλαίην και η Μπελεβήρ· εκείνες έκαναν ελαφρές υποκλίσεις και την αγριοκοίταξαν μουτρωμένες.
«Αυτές οι αράχνες προσπαθούν να σε παρασύρουν στους ιστούς τους;» Η τρίτη γυναίκα γέλασε. «Συνήθως μπλέκονται οι ίδιες χειρότερα από τους άλλους. Έλα μαζί μου, ωραίε νεαρέ Αντορίτη μου, και θα σου πω σε τι μπελάδες θα σε έμπλεκαν. Κατ’ αρχάς, εγώ δεν έχω σύζυγο να ανησυχώ γι’ αυτόν. Οι σύζυγοι είναι μπελάς».
Ο Ραντ είδε πάνω από το κεφάλι της Αλαίην τον Θομ να υποκλίνεται, δίχως χειροκροτήματα ή προσοχή από κανέναν. Ο βάρδος έκανε μια γκριμάτσα και άρπαζε ένα κύπελλο από το δίσκο ενός υπηρέτη που ξαφνιάστηκε.
«Βλέπω κάποιον που πρέπει να του μιλήσω», είπε ο Ραντ στις γυναίκες, και στριμώχτηκε για να βγει από το κουτί που τον είχαν κλείσει, ενώ η τελευταία γυναίκα άπλωνε το χέρι για να τον πιάσει. Στάθηκαν και οι τρεις κοιτάζοντάς τον, καθώς πλησίαζε βιαστικά τον βάρδο.
Ο Θομ τον κοίταξε πάνω από το χείλος του κυπέλλου και ήπιε μια μεγάλη γουλιά κρασί.
«Θομ, ξέρω ότι είπες να χωριστούμε μια και καλή, αλλά έπρεπε να το σκάσω απ’ αυτές τις γυναίκες. Το μόνο που ήθελαν να λένε ήταν για τους άνδρες τους που λείπουν, αλλά άφηναν να εννοηθούν κι άλλα πράγματα». Ο Θομ στραβοκατάπιε και ο Ραντ τον χτύπησε στην πλάτη. «Άμα πίνεις γρήγορα, αυτά παθαίνεις. Θομ, νομίζουν ό,τι συνωμοτώ με τον Μπαρτέηνς, ή με τον Γκάλντριαν, και νομίζω ότι δεν με πιστεύουν όταν το αρνούμαι. Απλώς ήθελα μια πρόφαση για να τις αφήσω».
Ο Θομ χάιδεψε τα μακριά μουστάκια του με την άρθρωση του δαχτύλου του και κοίταζε τις τρεις γυναίκες στην άλλη πλευρά της αίθουσας. Ακόμα στέκονταν μαζί, παρακολουθώντας τους. «Τις ξέρω αυτές τις τρεις, μικρέ. «Η Μπρεάν Τάμποργουιν θα μπορούσε και μόνη της να σου προσφέρει εκπαίδευση, τέτοια που κάθε άνδρας θα έπρεπε να έχει τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του, αν αντέξει. Ανησυχούν για τους άνδρες τους. Μ’ άρεσε αυτό, μικρέ». Ξαφνικά το βλέμμα του σκλήρυνε. «Μου είπες ότι είχες ξεκόψει από τις Άες Σεντάι. Οι μισές συζητήσεις που κάνουν απόψε είναι για τον Αντορίτη άρχοντα που εμφανίστηκε απροειδοποίητα, με Άες Σεντάι στο πλευρό του. Για τον Μπαρτέηνς και τον Γκάλντριαν. Αυτή τη φορά άφησες το Λευκό Πύργο να σε ρίξει σ’ ένα καζάνι που βράζει».