«Μόλις χτες ήρθε αυτή, Θομ. Και με το που θα σώσουμε το Κέρας, θα είμαι πάλι ελεύθερος. Αυτό Θέλω».
«Μιλάς σαν να κινδυνεύει», είπε αργά ο Θομ. «Δεν μιλούσες έτσι την άλλη φορά».
«Το έκλεψαν Σκοτεινόφιλοι, Θομ. Το έφεραν εδώ. Ένας απ’ αυτούς είναι ο Μπαρτέηνς».
Ο Θομ φάνηκε να μελετά το κρασί του, αλλά το βλέμμα του κοίταξε τριγύρω για να βεβαιωθεί ότι δεν τους άκουγε κανείς. Ήταν κι άλλοι, εκτός από τις τρεις γυναίκες, που τους παρακολουθούσαν με λοξές ματιές, ενώ προσποιούνταν ότι μιλούσαν μεταξύ τους, μα κάθε παρέα κρατούσε απόσταση από τις άλλες. Πάντως ο Θομ μίλησε χαμηλόφωνα. «Επικίνδυνο να λες τέτοια πράγματα, αν δεν είναι αλήθεια, και ακόμα πιο επικίνδυνο αν είναι. Μια τέτοια κατηγορία, σε βάρος του πιο ισχυρού στο βασίλειο... Λες ότι έχει το Κέρας; Φαντάζομαι πως θέλεις πάλι τη βοήθειά μου, τώρα που έμπλεξες πάλι με το Λευκό Πύργο».
«Όχι». Είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο Θομ είχε δίκιο, έστω κι αν ο βάρδος δεν ήξερε γιατί. Δεν μπορούσε να ανακατέψει κανέναν άλλο στα δικά του προβλήματα. «Απλώς ήθελα να το σκάσω απ’ αυτές τις γυναίκες».
Ο βάρδος φύσηξε τα μουστάκια του, σαστισμένος. «Μάλιστα. Ναι. Πολύ καλά. Την τελευταία φορά που σε βοήθησα, η ανταμοιβή μου ήταν που κουτσάθηκα, κι εσύ φαίνεται ότι ξανάπεσες στα βρόχια της Ταρ Βάλον. Πρέπει να γλιτώσεις μόνος σου αυτή τη φορά». Φαινόταν σαν να προσπαθούσε να πειστεί κι ο ίδιος.
«Αυτό θα κάνω, Θομ. Αυτό θα κάνω». Όταν το Κέρας είναι πάλι σώο και ασφαλές και ο Ματ ξαναβρεί το παλιομάχαιρό του. Ματ, Χούριν, πού είστε;
Σαν να τους είχε καλέσει με τη σκέψη του, στην αίθουσα εμφανίστηκε ο Χούριν, ψάχνοντας με το βλέμμα ανάμεσα στους άρχοντες και τις αρχόντισσες. Τα δικά τους βλέμματα περνούσαν από μέσα του· οι υπηρέτες δεν υπήρχαν παρά μόνο όταν τους χρειάζονταν. Όταν ο Χούριν βρήκε τον Ραντ και τον Θομ, τους πλησίασε περνώντας ανάμεσα από τις μικρές ομάδες των ευγενών και υποκλίθηκε στον Ραντ. «Άρχοντά μου, με έστειλαν να σου το πω. Ο υπηρέτης σου έπεσε και στραμπούλιξε το γόνατό του. Δεν ξέρω σε τι κατάσταση είναι, Άρχοντά μου».
Ο Ραντ για μια στιγμή στάθηκε κοιτάζοντάς τον, και ύστερα κατάλαβε. Νιώθοντας όλα τα βλέμματα πάνω του, μίλησε δυνατά για να τον ακούσουν οι ευγενείς που ήταν πιο κοντά. «Ο ανόητος, ο αδέξιος. Τι να τον κάνω, αν δεν μπορεί να περπατήσει; Μάλλον θα πρέπει να πάω να δω πόσο άσχημα χτύπησε».
Έμοιαζε να ήταν η κατάλληλη απόκριση. Ο Χούριν φάνηκε ανακουφισμένος, υποκλίθηκε ξανά και του είπε, «Όπως επιθυμεί ο Άρχοντάς μου. Αν θα μπορούσε να με ακολουθήσει ο Άρχοντάς μου;»
«Μια χαρά κάνεις τον άρχοντα», είπε χαμηλόφωνα το Θομ. «Αλλά ένα πράγμα να θυμάσαι. Μπορεί οι Καιρχινοί να παίζουν το Ντάες Νταε’μαρ, αλλά ο Λευκός Πύργος το δημιούργησε. Τα μάτια σου τέσσερα, μικρέ». Έριζε μια άγρια ματιά στους ευγενείς, άφησε το άδειο κύπελλό του στο δίσκο ενός σερβιτόρου που περνούσε, και έφυγε, παίζοντας την άρπα του. Άρχισε να απαγγέλει το Η Μίλι η Νοικοκυρά και ο Έμπορος Μεταξιού.
«Προχώρα, άνθρωπέ μου», είπε ο Ραντ στον Χούριν, νιώθοντας γελοίος. Καθώς ακολουθούσε τον μυριστή κι έβγαιναν από την αίθουσα, ένιωθε τα βλέμματα να τον ακολουθούν.
33
Ένα Μήνυμα από το Σκοτάδι
«Το βρήκατε;» ρώτησε ο Ραντ, καθώς ακολουθούσε τον Χούριν, ο οποίος κατέβαινε μια στενή σκάλα. Τα μαγειρεία ήταν στους πιο κάτω ορόφους, κι εκεί είχαν σταλεί οι υπηρέτες που είχαν έρθει μαζί με τους καλεσμένους. «Ή μήπως στ’ αλήθεια έπαθε τίποτα ο Ματ;»
«Α, ο Ματ είναι καλά, Άρχοντα Ραντ». Ο μυριστής οσμίστηκε. «Ή τουλάχιστον φαίνεται καλά και γκρινιάζει σαν να κουτσάθηκε. Δεν ήθελε να σε βάλω σ’ ανησυχία, αλλά χρειαζόταν κάποιος λόγος για να κατέβεις κάτω. Βρήκα τα ίχνη μ’ ευκολία. Οι άνδρες που έβαλαν φωτιά στο πανδοχείο μπήκαν σ’ έναν περιτειχισμένο κήπο πίσω από το μέγαρο. Ήρθαν Τρόλοκ και μπήκαν μαζί τους στον κήπο. Αυτά έγιναν κάποια ώρα χθες, νομίζω. Μπορεί ακόμα και την προηγούμενη νύχτα». Δίστασε. «Άρχοντα Ραντ, δεν ξαναβγήκαν. Πρέπει να είναι ακόμα εδώ».
Στη βάση της σκάλας ακούγονταν, πέρα από το διάδρομο, τα γέλια και τα τραγούδια των υπηρετών που διασκέδαζαν. Κάποιος είχε ένα μπίτερν και έπαιζε έναν κακόηχο σκοπό, ενώ οι άλλοι χτυπούσαν παλαμάκια και χόρευαν. Εδώ δεν υπήρχαν γύψινα διακοσμητικά και όμορφα χαλιά, μονάχα γυμνές πέτρες και ξύλα. Οι διάδρομοι φωτίζονταν από πυρσούς, που γέμιζαν καπνιά το ταβάνι και απείχαν τόσο που ανάμεσα τους άφηναν σκοτάδια.
«Χαίρομαι που μου μιλάς πάλι με φυσικότητα», είπε ο Ραντ. «Με τόσες υποκλίσεις και ρεβεράντζες, νόμιζα ότι είχες γίνει πιο Καιρχινός κι από τους Καιρχινούς».