«Να, Άρχοντα Ραντ», ψιθύρισε ο Χούριν δείχνοντάς του.
Μπροστά τους υπήρχαν πέτρινοι τοίχοι, που έφταναν λίγο πιο ψηλά από το κεφάλι του Λόιαλ και περιέκλειαν ένα τετράγωνο χώρο, ο οποίος είχε πλευρά περίπου πενήντα απλωσιών. Ο Ραντ δεν ήταν πολύ σίγουρος, μέσα στο σκοτάδι, αλλά του φαινόταν πως οι κήποι συνεχίζονταν και πέρα από τους τοίχους. Αναρωτήθηκε γιατί ο Μπαρτέηνς είχε κατασκευάσει ένα περιτειχισμένο σημείο μέσα στους κήπους του. Δεν φαινόταν στέγη πάνω από τον τοίχο. Γιατί να μπουν και να μείνουν εκεί;
Ο Λόιαλ έσκυψε και πλησίασε το στόμα του στο αυτί του Ραντ. «Σου είπα ότι αυτό το μέρος ήταν Ογκιρανό άλσος, κάποτε. Ραντ, η Πύλη είναι πέρα απ’ αυτόν τον τοίχο. Τη νιώθω».
Ο Ραντ άκουσε τον Ματ να αναστενάζει με απόγνωση. «Δεν θα σηκώσουμε τα χέρια, Ματ», του είπε.
«Λεν σηκώνω τα χέρια. Απλώς δεν έχασα τα λογικά μου για να θέλω να ταξιδέψω πάλι στις Οδούς».
«Ίσως αναγκαστούμε», του είπε ο Ραντ. «Πήγαινε στον Ίνγκταρ και τη Βέριν. Βρες τους μόνους —δεν με νοιάζει πώς— και πες τους ότι νομίζω ότι ο Φάιν πήρε το Κέρας από μια Πύλη. Κοίτα μόνο μην σε ακούσει κανένας άλλος. Και μην ξεχνάς να κουτσαίνεις· υποτίθεται ότι έπεσες». Απορούσε που κάποιος, έστω και αν αυτός ήταν ο Φάιν, ρισκάριζε τις Οδούς, αλλά αυτή φαινόταν να είναι η μόνη απάντηση. Δεν θα περνούσαν ένα μερόνυχτο καθισμένοι εδώ δίχως καν στέγη πάνω από τα κεφάλια τους.
Ο Ματ υποκλίθηκε βαθιά, και η φωνή του ήταν γεμάτη σαρκασμό. «Αμέσως, Άρχοντά μου. Όπως επιθυμεί ο Άρχοντάς μου. Να κουβαλήσω το λάβαρό σου, Άρχοντά μου;» Ξεκίνησε για το μέγαρο και η γκρίνια του χάθηκε στην απόσταση. «Τώρα πρέπει και να κουτσαίνω. Την άλλη φορά θα πρέπει να σπάσω το λαιμό μου, ή...»
«Απλώς ανησυχεί για το εγχειρίδιο, Ραντ», είπε ο Λόιαλ.
«Το ξέρω», είπε ο Ραντ. Μα πότε θα πει σε κάποιον τι είμαι, άθελά του; Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο Ματ θα τον πρόδιδε εσκεμμένα· υπήρχε ακόμα ένα απομεινάρι της φιλίας τους, τουλάχιστον. «Λόιαλ, σήκωσε με να δω πάνω από τον τοίχο».
«Ραντ, αν οι Σκοτεινόφιλοι είναι ακόμα—»
«Δεν είναι. Σήκωσέ με, Λόιαλ».
Οι τρεις τους πλησίασαν τον τοίχο, και ο Λόιαλ έκανε σκαλάκι με τα χέρια του για να πατήσει ο Ραντ. Ο Ογκιρανός σηκώθηκε άνετα, παρά το βάρος, υψώνοντας το κεφάλι του Ραντ όσο χρειαζόταν για να δει πάνω από τον τοίχο.
Το φεγγάρι, που ήταν στη χάση του, έριχνε λιγοστό φως, και η περιοχή ήταν κατά το μεγαλύτερο μέρος στη σκιά, αλλά μέσα στο περιτειχισμένο κομμάτι δεν φαινόταν να υπάρχουν λουλούδια ή θάμνοι. Μονάχα ένα μοναχικό παγκάκι από λευκό μάρμαρο, που έμοιαζε τοποθετημένο έτσι ώστε να μπορεί κάποιος να κάθεται και να κοιτάζει κάτι που στεκόταν στη μέση εκείνου του μέρους, όμοιο με πελώρια όρθια πέτρινη στήλη.
Ο Ραντ πιάστηκε από το πάνω μέρος του τοίχου και ανέβηκε τραβώντας. Ο Λόιαλ έκανε ένα χαμηλόφωνο χσσστ και τον άρπαξε από το πόδι, αλλά ο Ραντ τινάχτηκε κι ελευθερώθηκε, γλίστρησε πάνω από τον τοίχο και έπεσε μέσα. Κάτω από τα πόδια του υπήρχε κοντοκουρεμένο γρασίδι· σκέφτηκε αόριστα ότι ο Μπαρτέηνς μάλλον έφερνε εκεί πρόβατα. Είχε σταθεί κοιτάζοντας τη σκιερή πέτρινη στήλη, και ξαφνιάστηκε, όταν άκουσε μπότες να πέφτουν μ’ ένα γδούπο στο χώμα πλάι του.
Ο Χούριν σηκώθηκε όρθιος και ξεσκονίστηκε. «Πρόσεχε όταν κάνεις τέτοια πράγματα, Άρχοντα Ραντ. Ποιος να ξέρει ποιοι κρύβονται εδώ. Ή τι». Κοίταξε το σκοτάδι που έκλειναν οι τοίχοι μέσα τους, έψαξε στη ζώνη του, σαν να ’θελε το κοντό σπαθί και τον σπαθοσπάστη, που είχε αναγκαστεί να αφήσει στο πανδοχείο· στην Καιρχίν, οι υπηρέτες δεν τριγυρνούσαν οπλισμένοι. «Όταν πηδάς σε τρύπα χωρίς να κοιτάξεις πρώτα, είναι σίγουρο ότι θα έχει φίδια».
«Θα τους μύριζες», είπε ο Ραντ.
«Ίσως». Ο μυριστής εισέπνευσε βαθιά. «Αλλά μπορώ να μυρίσω μόνο ό,τι έχουν κάνει, όχι ό,τι σκοπεύουν να κάνουν».
Πάνω από το κεφάλι του Ραντ ακούστηκε ένα ξύσιμο, και μετά φάνηκε ο Λόιαλ να κατεβαίνει από τον τοίχο. Ο Ογκιρανός δεν χρειαζόταν να τεντώσει το μπράτσο για να φτάσει στην κορυφή του τοίχου. «Φουριόζοι», μουρμούρισε. «Εσείς οι άνθρωποι είστε πάντα τόσο φουριόζοι και βιαστικοί. Και τώρα μου το κολλήσατε και μένα. Ο Πρεσβύτερος Χάμαν θα με μάλωνε αυστηρά, και η μητέρα μου...» Το σκοτάδι έκρυβε το πρόσωπο του, αλλά ο Ραντ ήταν σίγουρος ότι τα αυτιά του τινάζονταν ζωηρά. «Ραντ, αν δεν προσέχεις από δω και πέρα, θα με βάλεις σε μεγάλους μπελάδες».
Ο Ραντ πλησίασε την Πύλη, περπάτησε ολόγυρά της. Ακόμα κι από κοντά έμοιαζε απλώς με μια χοντρή, ορθογώνια πέτρα, ψηλότερή του. Η πίσω πλευρά της ήταν λεία και ψυχρή —την άγγιζε και αμέσως τράβηζε το χέρι— αλλά τη μπροστινή την είχαν σμιλέψει τα χέρια ενός καλλιτέχνη. Ήταν όλη σκεπασμένη από κλήματα, φύλλα και λουλούδια, τόσο έξοχα φτιαγμένα, που στο αμυδρό φως του φεγγαριού έμοιαζαν σχεδόν αληθινά. Ψηλάφισε το έδαφος μπροστά της· το γρασίδι ήταν σκαμμένο σε δύο μέρη, που έμοιαζαν με τα τόξα που θα σχημάτιζαν αυτές οι πόρτες ανοίγοντας.