«Αυτή είναι η Πύλη;» ρώτησε αβέβαια ο Χούριν. «Έχω ακούσει να λένε γι’ αυτές, φυσικά, αλλά...» Μύρισε τον αέρα. «Τα ίχνη φτάνουν ως εδώ και σταματούν, Άρχοντα Ραντ. Πώς θα τους ακολουθήσουμε τώρα; Άκουσα ότι, αν περάσεις από Πύλη, θα βγεις τρελός, άμα βγεις».
«Γίνεται, Χούριν. Το έχω κάνει, το ίδιο και ο Λόιαλ, ο Ματ και ο Πέριν». Ο Ραντ δεν τράβηξε το βλέμμα από τα μπλεγμένα κλήματα στην πέτρα. Ήξερε ότι εκεί υπήρχε ένα που ήταν τελείως διαφορετικό από τα άλλα. Το τρίλοβο φύλλο του μυθικού Αβεντεσόρα, του Δένδρου της Ζωής. Το άγγιξε. «Πάω στοίχημα ότι θα μπορείς να μυρίσεις τα ίχνη τους στις Οδούς. Όπου και να τρέξουν, μπορούμε να τους ακολουθήσουμε». Δεν θα πείραζε, αν αποδείκνυε πρώτα στον εαυτό του ότι τολμούσε να περάσει μια Πύλη. «Θα σου το αποδείξω». Άκουσε τον Χούριν να βογκά. Το φύλλο ήταν σμιλεμένο στην πέτρα, όπως και τα άλλα, όμως έπεσε στο χέρι του. Κι ο Λόιαλ βόγκηξε.
Η ψευδαίσθηση των φυτών φάνηκε ξαφνικά να ζωντανεύει. Τα πέτρινα φύλλα έμοιασαν να κυματίζουν στον αέρα, τα λουλούδια να έχουν χρώμα ακόμα και στο σκοτάδι. Μια γραμμή εμφανίστηκε στο κέντρο εκείνης της μάζας και τα δύο μισά της στήλης άνοιξαν αργά προς το μέρος του Ραντ. Έκανε πίσω για τα αφήσει να ανοίξουν. Δεν είδε την άλλη πλευρά του κήπου, μα ούτε και τη θαμπή μεταλλική αντανάκλαση που θυμόταν. Ο χώρος ανάμεσα σας πόρτες που άνοιγαν ήταν ένα μαύρο, τόσο σκοτεινό, που φάνηκε να κάνει τη νύχτα ολόγυρά τους πιο φωτεινή. Η μαυρίλα αργοχύθηκε μέσα από τις πόρτες, οι οποίες συνέχισαν να ανοίγουν.
Ο Ραντ πήδηξε πίσω με μια κραυγή, αφήνοντας πάνω στη βιάση του το φύλλο του Αβεντεσόρα να πέσει, και ο Λόιαλ φώναξε, «Το Μάτσιν Σιν. Ο Μαύρος Άνεμος».
Ο ήχος του ανέμου γέμισε τ’ αυτιά τους· το γρασίδι γέμισε κυματάκια ως τους τοίχους, και το χώμα στροβιλίστηκε και πέταξε στον αέρα. Και, μέσα στον άνεμο, δέκα χιλιάδες φωνές έμοιαζαν να ουρλιάζουν, δέκα χιλιάδες φωνές, που μιλούσαν μαζί κι έπνιγαν η μια την άλλη. Ο Ραντ διέκρινε μερικές, αν και προσπάθησε να μην τις ακούσει.
...αίμα τόσο γλυκό, τόσο γλυκό να πίνεις το αίμα, το αίμα που στάζει, που στάζει, σταγόνες κατακόκκινες· μάτια όμορφα, μάτια ωραία, δεν έχω μάτια, θα ξεριζώσω τα μάτια από το κεφάλι σου· θα αλέσω τα κόκαλά σου, θα σπάσω τα κόκαλά σου μέσα στη σάρκα σου, θα ρουφήξω το μεδούλι σου ενώ θα ουρλιάζεις· ούρλιαξε, ούρλιαξε, τραγουδιστά ουρλιαχτά, τραγούδα τα ουρλιαχτά σου... Και, το χειρότερο απ’ όλα, ένας επίμονος ψίθυρος μέσα στους υπόλοιπους. Αλ’Θορ. Αλ’Θορ. Αλ’Θορ.
Ο Ραντ βρήκε το κενό ολόγυρά του και το αγκάλιασε, χωρίς να τον νοιάζει η προκλητική, αρρωστημένη λάμψη του σαϊντίν, που ήταν λίγο πέρα από τα όρια του βλέμματός του. Απ’ όλους τους κινδύνους στις Οδούς, ο μεγαλύτερος ήταν ο Μαύρος Άνεμος, που έπαιρνε τις ψυχές όσων σκότωνε και τρέλαινε όσους άφηνε ζωντανούς. Όμως το Μάτσιν Σιν ήταν κομμάτι των Οδών· δεν μπορούσε να τις αφήσει. Μόνο που τώρα κυλούσε προς τη νύχτα και φώναζε το όνομα του Ραντ.
Η Πύλη ακόμα δεν είχε ανοίξει εντελώς. Αν ξανάβαζαν στη θέση του το φύλλο του Αβεντεσόρα... Είδε τον Λόιαλ πεσμένο στα τέσσερα να ψάχνει ψηλαφητά το γρασίδι μέσα στο σκοτάδι.
# γέμισε το σαϊντίν. Ένιωσε σαν να δονούνταν τα κόκαλά του, ένιωσε την ερυθροπυρωμένη, παγωμένη ροή της Μίας Δύναμης, ένιωσε πραγματικά ζωντανός, όπως μόνο με τη Δύναμη ένιωθε, ένιωσε το λιγδερό μόλυσμα... Όχι! Και ούρλιαξε σιωπηλά στον εαυτό του από πέρα από την αδειανοσύνη. Ξανάρχεται για σένα! Θα μας σκοτώσει όλους! Τα εκσφενδόνισε όλα προς το μαύρο όγκο, που τώρα ξεπρόβαλλε μια ολόκληρη απλωσιά έξω από την Πύλη. Δεν ήξερε τι εκσφενδόνιζε, ούτε πώς, αλλά στην καρδιά εκείνου του σκοταδιού άνθισε ένα διαβρωτικό σιντριβάνι φωτός.
Ο Μαύρος Άνεμος τσίριξε, με δέκα χιλιάδες ουρλιαχτά αγωνίας, δίχως λέξεις. Αργά, υποχωρώντας απρόθυμα πόντο-πόντο, ο όγκος λιγόστεψε· το ανάβλυσμα αντιστράφηκε, μέσα στην Πύλη που ήταν ακόμα ανοιχτή.
Η Δύναμη διέτρεχε τον Ραντ σαν χείμαρρος. Ένιωθε το σύνδεσμο ανάμεσα σ’ αυτόν και στο σαϊντίν, σαν ποτάμι σε πλημμύρα, ανάμεσα σ’ αυτόν και στην αγνή φωτιά που μαινόταν στην καρδιά του Μαύρου Ανέμου, σαν λυσσασμένος καταρράκτης. Η λάβρα μέσα του κόρωσε, δυνάμωσε κι άλλο, έγινε ένα τρεμοπαίξιμο, το οποίο μπορούσε να λιώσει πέτρα και να εξατμίσει ατσάλι και να κάνει τον αέρα να ξεσπάσει σε φλόγες. Το κρύο δυνάμωσε, ώσπου η ανάσα στα πνευμόνια του σίγουρα είχε παγώσει και σκληρύνει σαν μέταλλο. Το ένιωθε να τον καταβάλλει, ένιωθε τη ζωή να διαβρώνεται, σαν ποταμίσια όχθη από μαλακό πηλό, ένιωθε ότι αυτό που φθειρόταν ήταν η ζωή του.