Δεν μπορώ να σταματήσω! Αν βγει έξω... Πρέπει να το σκοτώσω! Δεν-μπορώ-να-σταματήσω! Κρεμάστηκε απεγνωσμένα από τα θραύσματα του εαυτού του. Η Μία Δύναμη βρυχήθηκε μέσα του· πιάστηκε πάνω της, σαν ξυλαράκι σε αφρισμένα νερά. Το κενό άρχισε να λιώνει και να κυλά· η αδειανοσύνη άχνιζε από την παγωνιά.
Η κίνηση της Πύλης σταμάτησε και έπειτα αντιστράφηκε.
Ο Ραντ την κοίταζε, νιώθοντας βέβαιος μέσα στις αμυδρές σκέψεις του, που μετεωριζόταν έξω από το κενό, ότι έβλεπε μόνο ό,τι ήθελε να δει.
Οι πόρτες πλησίασαν η μια την άλλη, σπρώχνοντας πίσω το Μάτσιν Σιν, λες και αυτό είχε ουσία συμπαγή. Η πυρά ακόμα μούγκριζε στο στήθος του.
Νιώθοντας μια αόριστη, απόμακρη απορία, ο Ραντ είδε τον Λόιαλ, που ήταν ακόμα πεσμένος στα χέρια και στα γόνατα, να απομακρύνεται από τις πόρτες που έκλειναν.
Το χάσμα στένεψε, εξαφανίστηκε. Τα φύλλα και τα κλήματα ενώθηκαν κι έφτιαξαν έναν στερεό τοίχο, κι έγιναν πέτρα.
Ο Ραντ ένιωσε να σπάει ο σύνδεσμος ανάμεσα σ’ αυτόν και στη φωτιά, και να παύει η ροή της Δύναμης που περνούσε από κει. Μια στιγμή ακόμα και θα τον είχε παρασύρει. Έπεσε στα γόνατα με τρέμουλο. Εκείνο ήταν ακόμα εκεί. Το σαϊντίν. Δεν έρεε πια, αλλά ήταν εκεί, σαν λιμνούλα. Ο Ραντ ήταν μια λιμνούλα της Μίας Δύναμης. Έτρεμε μαζί της. Μπορούσε να μυρίσει το γρασίδι, το χώμα από κάτω, τις πέτρες των τοίχων. Ακόμα και στο σκοτάδι μπορούσε να διακρίνει κάθε φύλλο του γρασιδιού, χωριστό και ολόκληρο, όλα μαζί με μιας. Μπορούσε να νιώσει και το παραμικρό σάλεμα του αέρα στο πρόσωπο του. Η γλώσσα του ένιωσε αηδία από τη γεύση του μολύσματος· το στομάχι του έγινε κόμπος, συσπάστηκε.
Ανεμίζοντας άγρια, μανιασμένα τα χέρια, πήγε να βγει από το κενό· ακόμα γονατισμένος, ακίνητος, πάλεψε να ελευθερωθεί. Και μετά, το μόνο που είχε μείνει ήταν η ρυπαρότητα στη γλώσσα του και ο σπασμός στο στομάχι του, και η μνήμη. Τόσο — ζωντανός.
«Μας έσωσες, Κατασκευαστή». Ο Χούριν ήταν με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο και η φωνή του ήταν βραχνή. «Αυτό το πράγμα — αυτό ήταν ο Μαύρος Άνεμος; — ήταν χειρότερο κι από — θα μας πετούσε εκείνη τη φωτιά; Άρχοντα Ραντ! Σε χτύπησε; Σε άγγιξε;» Ήρθε τρέχοντας, καθώς ο Ραντ σηκωνόταν όρθιος, και τον βοήθησε στο τέλος να σταθεί. Κι ο Λόιαλ επίσης σηκωνόταν, τινάζοντας το χώμα από τα χέρια και τα γόνατά του.
«Δεν μπορούμε να ακολουθήσουμε τον Φάιν σ’ αυτό». Ο Ραντ άγγιξε το μπράτσο του Λόιαλ. «Σ’ ευχαριστώ. Στ’ αλήθεια μας έσωσες». Εμένα πάντως με έσωσες. Με σκότωνε. Με σκότωνε, κι ένιωθα — υπέροχα. Ξεροκατάπιε. Κατάπιε· ακόμα γέμιζε το στόμα του ένα αχνό απομεινάρι της γεύσης. «Θέλω κάτι να πιω».
«Απλώς βρήκα το φύλλο και το ξανάβαλα στη θέση του», είπε ο Λόιαλ, σηκώνοντας τους ώμους. «Φαινόταν ότι, αν δεν μπορούσαμε να κλείσουμε την Πύλη, θα μας σκότωνε. Φοβάμαι πως δεν είμαι και τόσο καλός ήρωας, Ραντ. Φοβόμουν τόσο πολύ, που δεν μπορούσα να σκεφτώ».
«Φοβόμασταν και οι δύο», είπε ο Ραντ. «Μπορεί να είμαστε μέτριοι ήρωες, αλλά δεν υπάρχουν άλλοι. Καλά που είναι μαζί μας ο Ίνγκταρ».
«Άρχοντα Ραντ», είπε ταπεινά ο Χούριν, «μπορούμε να — φύγουμε, τώρα;»
Αρχικά ο μυριστής διαμαρτυρήθηκε, που ο Ραντ θα περνούσε πρώτος τον τοίχο, αφού δεν ήξεραν αν τους περίμενε κανείς απ’ έξω, αλλά μετά ο Ραντ επισήμανε ότι ήταν ο μόνος που είχε όπλο. Ακόμα και τότε, του Χούριν δεν φάνηκε να του αρέσει που θα άφηνε τον Λόιαλ να σηκώσει τον Ραντ για να πιαστεί από την κορυφή του τοίχου και να ανέβει πάνω.
Ο Ραντ έπεσε από την άλλη μ’ ένα γδούπο και προσπάθησε να δει και να ακούσει τι υπήρχε στο σκοτάδι. Του φάνηκε, για μια στιγμή, πως είχε δει κάτι να κινείται, πως είχε ακούσει μια μπότα να ξύνεται στον τούβλινο τοίχο, αλλά τίποτα από τα δύο δεν επαναλήφθηκε και τα θεώρησε αποτέλεσμα της νευρικότητάς του. Στράφηκε για να βοηθήσει τον Χούριν να κατέβει.
«Άρχοντα Ραντ», είπε ο μυριστής, μόλις τα πόδια του ξαναπάτησαν στο χώμα, «πώς θα τους παρακολουθήσουμε τώρα; Απ’ ό,τι έχω ακούσει γι’ αυτά τα πράγματα, μπορεί ολόκληρη η συμμορία να έχει φτάσει στην άλλη άκρη του κόσμου».
«Η Βέριν θα ξέρει τον τρόπο». Του Ραντ ξαφνικά του ήρθε να γελάσει· για να βρουν το Κέρας και το εγχειρίδιο —αν μπορούσαν να βρεθούν, τώρα πια— έπρεπε να ξαναγυρίσει στην Άες Σεντάι. Τον είχαν αφήσει να φύγει και τώρα έπρεπε να ξαναγυρίσει. «Λεν θα αφήσω τον Ματ να πεθάνει χωρίς να κάνω τίποτα».