«Το Φως να σε φωτίζει, Άρχοντα Μπαρτέηνς». Ο Ραντ κατάφερε να υποκλιθεί, αλλά τα πόδια του έτρεμαν, καθώς πλησίαζε τη Βέριν και τους άλλους. Θέλει να τον ακολουθήσω; Και αν όχι, θα κάνει κακό στο Πεδίο του Έμοντ, στον Ταμ. Δεν αμφέβαλλε ότι ο Φάιν μπορούσε να το κάνει, και θα το έκανε. Τουλάχιστον η Εγκουέν είναι ασφαλής στο Λευκό Πύργο. Του ήρθαν στο νου αηδιαστικές εικόνες, Τρόλοκ να πνίγουν με τις ορδές τους το Πεδίο του Έμοντ, ανόφθαλμους Ξέθωρους να στήνουν καρτέρι στην Εγκουέν. Μα πώς μπορώ να τον ακολουθήσω; Πώς;
Και μετά ήταν στη νύχτα και ανέβαινε στην πλάτη του Κοκκινοτρίχη. Η Βέριν και ο Ίνγκταρ και οι άλλοι ήταν ήδη στα άλογά τους και η συνοδεία των Σιναρανών μαζευόταν γύρω τους.
«Τι βρήκατε;» απαίτησε να μάθει η Βέριν. «Πού το φυλάει;» Ο Χούριν ξερόβηξε δυνατά για να καθαρίσει το λαιμό του και ο Λόιαλ ανακάθισε στην ψηλή σέλα του. Η Άες Σεντάι τους κάρφωσε με το βλέμμα.
«Ο Φάιν πήρε το Κέρας στο Τόμαν Χεντ μέσω μιας Πύλης», είπε ο Ραντ μουδιασμένα. «Αλλά αυτή τη φορά μάλλον με περιμένει κιόλας εκεί».
«Θα μιλήσουμε αργότερα γι’ αυτό», είπε η Βέριν, τόσο αποφασιστικά που κανένας δεν άνοιξε το στόμα του σε όλη τη διαδρομή ως το Μεγάλο Δένδρο.
Ο Ούνο τους άφησε εκεί, μετά από μια χαμηλόφωνη λέξη του Ίνγκταρ, και πήρε τους στρατιώτες πίσω στο πανδοχείο των Προπυλαίων. Ο Χούριν έριζε μια ματιά στο πρόσωπο της Βέριν, στο φως της κοινής αίθουσας, κάτι μουρμούρισε για μπύρα και έτρεξε σ’ ένα. τραπέζι στη γωνία, μόνος του. Η Άες Σεντάι αγνόησε την πανδοχέα, ο οποίος ευχόταν κι ήλπιζε να είχαν διασκεδάσει, και οδήγησε σιωπηλά τον Ραντ και τους άλλους στην ιδιωτική τραπεζαρία.
Ο Πέριν, που διάβαζε Τα Ταξίδια του Τζάιν του Γοργοπόδαρου, σήκωσε το βλέμμα όταν μπήκαν μέσα και κατσούφιασε όταν είδε τα πρόσωπά τους. «Δεν πήγε καλά, ε;» είπε, κλείνοντας το δερματόδετο βιβλίο. Οι λάμπες και τα κεριά από κερί μελισσών στο δωμάτιο έδιναν αρκετό φως· η Κυρά Τιέντρα είχε τσουχτερές τιμές, αλλά δεν τσιγκουνευόταν.
Η Βέριν δίπλωσε προσεκτικά το σάλι της και το ακούμπησε στη ράχη μιας καρέκλας. «Ξαναπείτε τα. Οι Σκοτεινόφιλοι πήραν το Κέρας από μια Πύλη; Στο μέγαρο του Μπαρτέηνς;»
«Στην περιοχή που είναι το μέγαρο υπήρχε κάποτε άλσος των Ογκιρανών», εξήγησε ο Λόιαλ. «Όταν κατασκευάσαμε...» Η φωνή του ξεψύχησε και τα αυτιά του μαράθηκαν μπροστά στη ματιά της.
«Ο Χούριν τους ακολούθησε ακριβώς ως εκεί». Ο Ραντ σωριάστηκε κουρασμένος σε μια καρέκλα. Τώρα, περισσότερο από ποτέ, πρέπει να τον ακολουθήσω. Μα πώς; «Την άνοιξα για να του δείξω ότι μπορούσαμε να ακολουθήσουμε τα ίχνη όπου κι αν πήγαιναν, και ήταν εκεί ο Μαύρος Άνεμος. Προσπάθησε να μας αρπάξει, αλλά ο Λόιαλ κατάφερε να κλείσει τις πόρτες πριν βγει ως έξω». Κοκκίνισε λιγάκι, που τα είχε παρουσιάσει έτσι, όμως ο Λόιαλ πράγματι είχε κλείσει τις πόρτες και, ποιος ξέρει, ίσως το Μάτσιν Σιν να είχε βγει, αν δεν το είχε κάνει. «Στεκόταν φρουρός».
«Ο Μαύρος Άνεμος», είπε με απαλή φωνή ο Ματ, που είχε παγώσει επιτόπου πριν καθίσει στην καρέκλα του. Κι ο Πέριν, επίσης, κοίταζε τον Ραντ. Το ίδιο και η Βέριν και ο Ίνγκταρ. Ο Ματ έπεσε στην καρέκλα μ’ ένα γδούπο.
«Πρέπει να κάνεις λάθος», είπε τελικά η Βέριν. «Το Μάτσιν Σιν δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως φρουρός. Κανένας δεν μπορεί να αναγκάσει τον Μαύρο Άνεμο να κάνει τίποτα».
«Είναι πλάσμα του Σκοτεινού», είπε μουδιασμένα ο Ματ. «Οι άλλοι είναι Σκοτεινόφιλοι. Μπορεί να ήξεραν πώς να του ζητήσουν βοήθεια, ή πώς να το αναγκάσουν να τους βοηθήσει».
«Κανένας δεν ξέρει τι ακριβώς είναι το Μάτσιν Σιν», είπε η Βέριν, «εκτός, ίσως, αν είναι η πεμπτουσία της τρέλας και της ασπλαχνίας. Δεν μπορείς να συζητήσεις λογικά μαζί του, Ματ, ή να παζαρέψεις, ή να του μιλήσεις. Δεν μπορείς καν να το αναγκάσεις, καμιά Άες Σεντάι που ζει σήμερα δεν μπορεί, και ίσως καμία απ’ όσες έζησαν ποτέ. Στ’ αλήθεια, νομίζεις ότι ο Πάνταν Φάιν μπόρεσε να κάνει κάτι που δεν το μπορούν δέκα Άες Σεντάι;» Ο Ματ κούνησε το κεφάλι.
Μια ατμόσφαιρα απόγνωσης υπήρχε στο δωμάτιο, χαμένων ελπίδων και στόχων. Ο σκοπός που επεδίωκαν είχε εξαφανιστεί, ακόμα και το πρόσωπο της Βέριν είχε μια κουρασμένη έκφραση.
«Ποτέ δεν θα μου περνούσε από το μυαλό ότι ο Φάιν είχε το κουράγιο να μπει στις Οδούς». Ο Ίνγκταρ φαινόταν μειλίχιος, αλλά ξαφνικά χτύπησε τη γροθιά στον τοίχο. «Δεν με νοιάζει ούτε πώς ούτε γιατί το Μάτσιν Σιν δουλεύει υπέρ του Φάιν. Άες Σεντάι, πήραν το Κέρας του Βαλίρ στις Οδούς. Τώρα μπορεί να βρίσκονται στη Μάστιγα, ή στο δρόμο για το Δάκρυ ή το Τάραμπον, ή στην άλλη άκρη της Ερημιάς των Αελιτών. Το Κέρας χάθηκε. Χάθηκα κι εγώ». Τα χέρια του έπεσαν στο πλευρό του και οι ώμοι του καμπούριασαν. «Χάθηκα».