«Ο Φάιν το πηγαίνει στο Τόμαν Χεντ», είπε ο Ραντ, και αμέσως ξανάγινε το επίκεντρο όλων των βλεμμάτων.
Η Βέριν τον κοίταξε στενεύοντας τα μάτια. «Το ξανάπες αυτό. Πού το ξέρεις;»
«Μου άφησε μήνυμα στον Μπαρτέηνς», είπε ο Ραντ.
«Κόλπο είναι», είπε κοροϊδευτικά ο Ίνγκταρ. «Δεν θα μας έλεγε πού να τον ακολουθήσουμε».
«Δεν ξέρω τι θα κάνετε οι υπόλοιποι», είπε ο Ραντ, «αλλά εγώ πάω στο Τόμαν Χεντ. Πρέπει. Φεύγω μόλις χαράξει».
«Μα, Ραντ», είπε ο Λόιαλ, «θα κάνουμε μήνες για να φτάσουμε στο Τόμαν Χεντ. Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι ο Φάιν θα μας περιμένει εκεί;»
«Θα περιμένει». Μα πόσο θα περιμένει, πριν νομίσει ότι δεν δα πάω; Γιατί έβαλε αυτόν τον φρουρό, αν θέλει να ακολουθήσω; «Λόιαλ, θέλω να πάω όσο πιο γρήγορα γίνεται, κι αν ο Κοκκινοτρίχης σκάσει στο τρέξιμο, θα αγοράσω άλλο άλογο, ή θα κλέψω, αν χρειαστεί. Είσαι σίγουρος ότι θέλεις να έρθεις;»
«Τόσον καιρό έμεινα μαζί σου, Ραντ. Γιατί να σταματήσω τώρα;» Ο Λόιαλ έβγαλε την πίπα και την ταμπακοσακούλα του και άρχισε να τη γεμίζει ταμπάκ. «Σε συμπαθώ, βλέπεις. Θα σε συμπαθούσα ακόμα κι αν δεν ήσουν τα’βίρεν. Ίσως σε συμπαθώ παρά το ότι είσαι τα’βίρεν. Όλο σε μπελάδες με βάζεις. Πάντως θα έρθω μαζί σου». Ρούφηξε την πίπα, για να δει αν την είχε γεμίσει καλά, και μετά πήρε μια σχίζα από ένα πέτρινο βάζο στην κορνίζα του τζακιού και την άγγιξε στη φλόγα του κεριού για να την ανάψει. «Και νομίζω ότι δεν μπορείς να με εμποδίσεις».
«Εγώ πάντως θα πάω», είπε ο Ματ. «Ο Φάιν έχει ακόμα το εγχειρίδιο, γι’ αυτό θα πάω. Αλλά τέρμα οι υπηρέτες από δω κατ πέρα».
Ο Πέριν αναστέναξε και ένα στοχαστικό βλέμμα φάνηκε στα κίτρινα μάτια του. «Μάλλον θα ’ρθω κι εγώ». Μετά από λίγο, χαμογέλασε πλατιά. «Κάποιος πρέπει να προσέχει τον Ματ να μην μπλέξει».
«Δεν είναι καν τόσο πονηρό αυτό το κόλπο», μουρμούρισε ο Ίνγκταρ. «Θα βρω τρόπο να ξεμοναχιάσω τον Μπαρτέηνς και θα μάθω την αλήθεια. Θέλω να βρω το Κέρας του Βαλίρ, όχι να κυνηγώ μπαμπούλες και φαντάσματα».
«Μπορεί να μην είναι κόλπο», είπε η Βέριν επιφυλακτικά, κοιτάζοντας το πάτωμα μπροστά στα πόδια της. «Στα μπουντρούμια του Φαλ Ντάρα είχαν μείνει ορισμένα πράγματα, γραπτά, τα οποία άφηναν να εννοηθεί κάποια σχέση μεταξύ αυτών που είχαν συμβεί εκείνη τη νύχτα και» —έριζε μια γοργή ματιά στον Ραντ κάτω από τα χαμηλωμένα φρύδια της— «του Τόμαν Χεντ. Ακόμα δεν τα πολυκαταλαβαίνω, αλλά πιστεύω πως πρέπει να πάμε στο Τόμαν Χεντ. Και πιστεύω πως εκεί θα βρούμε το Κέρας».
«Έστω κι αν πηγαίνουν στο Τόμαν Χεντ», είπε ο Ίνγκταρ, «μέχρι να το φτάσουμε ο Πάνταν Φάιν ή οι άλλοι θα έχουν εκατό φορές την ευκαιρία να το ηχήσουν, και οι ήρωες που θα έρθουν από τον τάφο θα πάρουν το μέρος της Σκιάς».
«Ο Φάιν μπορούσε να ηχήσει το Κέρας εκατό φορές από τότε που έφυγε από το Φαλ Ντάρα», του είπε η Βέριν. «Και νομίζω πως θα το έκανε, αν μπορούσε να ανοίξει το κιβώτιο. Αυτό που πρέπει να μας ανησυχεί είναι μήπως βρει κάποιον που ξέρει πώς να το ανοίξει. Πρέπει να τον ακολουθήσουμε από τις Οδούς».
Ο Πέριν σήκωσε απότομα το κεφάλι, και ο Ματ ανακάθισε στην καρέκλα του. Ο Λόιαλ βόγκηξε χαμηλόφωνα.
«Ακόμα κι αν καταφέρουμε να ξεγλιστρήσουμε από τους φρουρούς του Μπαρτέηνς», είπε ο Ραντ, «νομίζω ότι θα βρούμε το Μάτσιν Σιν να περιμένει ακόμα εκεί. Δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τις Οδούς».
«Πόσοι από μας θα μπορούσαν να μπουν στο μέγαρο του Μπαρτέηνς», είπε η Βέριν, απορρίπτοντας την ιδέα. «Υπάρχουν κι άλλες Πύλες. Το Στέντιγκ Τσόφου είναι σχετικά κοντά στην πόλη, προς τα νοτιοανατολικά. Είναι ένα καινούργιο στέντιγκ, επανανακαλύφθηκε μόλις πριν από εξακόσια χρόνια περίπου, αλλά τότε οι Ογκιρανοί Πρεσβύτεροι ακόμα ανέπτυσσαν τις Οδούς. Το Στέντιγκ Τσόφου θα έχει Πύλη. Είναι εκεί, και θα φύγουμε μόλις χαράξει».
Ο Λόιαλ βόγκηξε λιγάκι πιο δυνατά· ο Ραντ δεν κατάλαβε αν ήταν για την Πύλη ή για το στέντιγκ.
Ο Ίνγκταρ ακόμα δεν φαινόταν να έχει πειστεί, αλλά η Βέριν ήταν ήρεμη και αμετάπειστη, σαν χιόνι που κατρακυλά σε βουνοπλαγιά. «Ίνγκταρ, ετοίμασε τους στρατιώτες σου για αναχώρηση. Στείλε τον Χούριν να το πει στον Ούνο πριν κοιμηθεί. Νομίζω πως πρέπει όλοι να πάμε για ύπνο όσο το δυνατόν νωρίτερα. Οι Σκοτεινόφιλοι κέρδισαν μια μέρα και θέλω να αναπληρώσουμε όσο γίνεται τον χαμένο χρόνο αύριο». Ήταν τόσο αποφασιστική η Άες Σεντάι, που, πριν τελειώσει τα λόγια της, είχε αρχίσει να σπρώχνει τον Ίνγκταρ στην πόρτα.