Выбрать главу

Ο Ραντ ακολούθησε τους άλλους που έβγαιναν, αλλά στην πόρτα σταμάτησε πλάι στην Άες Σεντάι και κοίταξε τον Ματ, ο οποίος προχωρούσε στο φωτισμένο από τα κεριά διάδρομο. «Γιατί είναι έτσι;» τη ρώτησε. «Νόμιζα ότι τον είχατε Θεραπεύσει, τουλάχιστον για ένα διάστημα».

Εκείνη περίμενε να στρίψουν στα σκαλιά ο Ματ και οι άλλοι, και ύστερα μίλησε. «Φαίνεται ότι δεν πέτυχε όσο νομίζαμε. Η αρρώστια εξελίσσεται μέσα του με ενδιαφέροντα τρόπο. Η δύναμή του παραμένει· θα την κρατήσει ως το τέλος, νομίζω. Αλλά το κορμί του λιώνει. Θα έλεγα, λίγες βδομάδες ακόμα, το πολύ. Βλέπεις, υπάρχει αιτία που βιαζόμαστε».

«Δεν χρειάζομαι κι άλλους λόγους να με κεντρίζουν, Άες Σεντάι», είπε ο Ραντ, λέγοντας τον τίτλο της με σκληρή φωνή. Ο Ματ. Το Κέρας. Η απειλή του Φάιν. Φως μου, η Εγκουέν! Που να καώ, δεν χρειάζομαι κι άλλους λόγους.

«Κι εσύ, Ραντ αλ’Θορ; νιώθεις καλά; Το πολεμάς ακόμα, ή μήπως παραδόθηκες στον Τροχό;»

«Έρχομαι μαζί σου για να βρούμε το Κέρας», της είπε. «Πέρα απ’ αυτό, δεν υπάρχει καμία σχέση ανάμεσα σε μένα και στις Άες Σεντάι. Με καταλαβαίνεις; Καμία!»

Εκείνη δεν μίλησε, και ο Ραντ την άφησε κι έφυγε, αλλά, όταν έστριψε στα σκαλιά, τον παρακολουθούσε ακόμα, με βλέμμα κοφτερό και συλλογισμένο.

34

Ο Τροχός Υφαίνει

Το πρώτο φως της αυγής έδινε κιόλας μια γαλακτώδη ανταύγεια στον ουρανό, όταν ο Θομ Μέριλιν γυρνούσε κατάκοπος στο Τσαμπί Σταφύλι. Ακόμα κι εκεί, που πλήθαιναν οι αίθουσες ψυχαγωγίας και οι ταβέρνες, υπήρχε μια φευγαλέα ώρα που τα Προπύλαια καταλάγιαζαν, που έπαιρναν μια ανάσα. Με τη διάθεση που είχε τώρα ο Θομ, δεν θα πρόσεχε ακόμα κι αν ο άδειος δρόμος είχε πιάσει φωτιά.

Μερικοί καλεσμένοι του Μπαρτέηνς είχαν επιμείνει να τον κρατήσουν πολύ μετά την αναχώρηση των άλλων, πολύ μετά την ώρα που ο Μπαρτέηνς είχε πάει για ύπνο. Το σφάλμα ήταν δικό του, που είχε αφήσει το Μεγάλο Κυνήγι του Κέρατος και είχε αρχίσει τις ιστορίες και τα τραγούδια που παρουσίαζε στα χωριά, όπως «Ο Μάρα και οι Τρεις Ανόητοι Βασιλιάδες» και Πώς η Σούζα Δάμασε τον Τζάιν τον Γοργοπόδαρο, και τις ιστορίες του Άνλα, του Σοφού Συμβουλάτορα. Μ’ αυτές τις ιστορίες σκόπευε να κάνει ένα προσωπικό σκόλιο για τη βλακεία τους, αλλά δεν είχε φανταστεί ότι κάποιοι θα άκουγαν, και μάλιστα θα γοητεύονταν. Θα γοητεύονταν, κατά κάποιον τρόπο. Είχαν απαιτήσει να συνεχίσει με ίδιες ιστορίες, αλλά γελούσαν σε λάθος σημεία, με λάθος πράγματα. Γελούσαν και με τον ίδιο, προφανώς πιστεύοντας ότι δεν θα το πρόσεχε, ή ότι το γεμάτο πουγκί που του είχαν βάλει στην τσέπη θα γιάτρευε τις πληγές του. Δύο φορές ως τώρα είχε σκεφτεί να το πετάξει.

Το βαρύ πορτοφόλι που έκαιγε την τσέπη του και η περηφάνια του δεν ήταν οι μόνοι λόγοι που είχε τέτοια διάθεση, ούτε και η περιφρόνηση των ευγενών. Είχαν κάνει ερωτήσεις για τον Ραντ, χωρίς να δείξουν διακριτικότητα μπροστά σ’ έναν απλό βάρδο. Τι ήθελε ο Ραντ στην Καιρχίν; Γιατί ένας Αντορίτης άρχοντας τον είχε πάρει κατά μέρος, αυτόν, έναν βάρδο; Πάρα πολλές ερωτήσεις. Δεν ήξερε αν οι απαντήσεις του ήταν αρκετά εύστροφες. Είχε ξεμάθει το Μεγάλο Παιχνίδι.

Πριν ξεκινήσει για το Τσαμπί Σταφύλι, είχε πάει στο Μεγάλο Δένδρο· δεν ήταν δύσκολο να βρεις πού έμενε κάποιος στην Καιρχίν, αν έριχνες λίγο ασήμι σε κανά-δυο χέρια. Ακόμα δεν ήξερε τι ήθελε να πει. Ο Ραντ είχε φύγει μαζί με τους φίλους του και την Άες Σεντάι. Αυτό του άφηνε ένα αίσθημα ότι κάτι είχε μείνει μισοτελειωμένο. Ο μικρός πήρε το δρόμο του. Που να καώ, εγώ δεν μπλέκω πια!

Διέσχισε την κοινή αίθουσα, που ήταν πιο έρημη από κάθε άλλη φορά, και ανέβηκε τα σκαλιά δυο-δυο. Ή τουλάχιστον προσπάθησε· το δεξί του πόδι δεν λύγιζε σωστά και παραλίγο θα έπεφτε. Μουρμουρίζοντας, συνέχισε ν’ ανεβαίνει πιο αργά, και άνοιξε προσεκτικά την πόρτα του δωματίου του για να μην ξυπνήσει την Ντένα.

Άθελά του, χαμογέλασε, όταν την είδε ξαπλωμένη στο κρεβάτι με το πρόσωπο γυρισμένο στον τοίχο, φορώντας ακόμα το φόρεμά της. Αποκοιμήθηκε περιμένοντάς με. Χαζή κοπέλα. Μα το σκέφτηκε καλοσυνάτα· σχεδόν ό,τι κι αν έκανε, θα της το συγχωρούσε, ή θα το δικαιολογούσε. Αποφασίζοντας την ίδια στιγμή ότι το βράδυ θα την άφηνε να δώσει παράσταση για πρώτη φορά, ακούμπησε στο πάτωμα τη θήκη της άρπας του και την άγγιξε στον ώμο, για να την ξυπνήσει και να της το πει.

Εκείνη γύρισε χαλαρά από την άλλη μεριά, υψώνοντας το βλέμμα πάνω του, με τα μάτια ορθάνοιχτα, όμοια με γυαλί, και ένα πλατύ κόψιμο στο λαιμό. Η πλευρά του κρεβατιού, που κρυβόταν κάτω από το σώμα της ήταν σκούρα και βρεγμένη.

Ο Θομ ένιωσε το στομάχι του να ανακατεύεται· αν δεν ήταν τόσο σφιγμένο το λαρύγγι του που δεν μπορούσε να πάρει ανάσα, θα ξερνούσε, ή θα ούρλιαζε, ή και τα δύο.