Выбрать главу

Η μόνη προειδοποίηση ήταν το τρίξιμο από τις πόρτες της ντουλάπας. Στριφογύρισε, και τα μαχαίρια βγήκαν από τα μανίκια και έφυγαν από τα χέρια του με την ίδια κίνηση. Το πρώτο βρέθηκε στο λαιμό ενός χοντρού φαλακρού που κρατούσε μαχαίρι· αυτός οπισθοχώρησε παραπατώντας, και αίμα ανέβλυσε ανάμεσα στα δάχτυλα που έσφιγγαν την πληγή του, καθώς προσπαθούσε να φωνάζει.

Έχοντας όμως στριφογυρίσει στο δύσκαμπτο πόδι του, ο Θομ αστόχησε με την άλλη λεπίδα του· το μαχαίρι καρφώθηκε στο δεξί ώμο ενός άνδρα με φουσκωμένους μύες και ουλές στο πρόσωπο, ο οποίος έβγαινε από την άλλη ντουλάπα. Το χέρι του, ξαφνικά, έπαψε να τον υπακούει, το μαχαίρι του έπεσε κάτω και ο γεροδεμένος άνδρας το ’βαλε για την πόρτα.

Πριν κάνει δεύτερο βήμα, ο Θομ έβγαλε άλλο ένα μαχαίρι και τον έκοψε στο πίσω μέρος του ποδιού. Αυτός ούρλιαξε και παραπάτησε, και ο Θομ τον άρπαζε από τα λιγδερά μαλλιά και του βρόντηξε το κεφάλι στον τοίχο πλάι στην πόρτα· ο γεροδεμένος άνδρας ούρλιαζε πάλι, καθώς η λαβή του μαχαιριού, που ξεπρόβαλλε από τον ώμο του, χτύπησε στην πόρτα.

Ο Θομ πλησίασε τη λεπίδα του στους δυο πόντους από το μάτι του άλλου. Οι ουλές στο πρόσωπο του του έδιναν σκληρό ύφος, αλλά κοίταζε το μαχαίρι χωρίς να ανοιγοκλείνει τα μάτια και χωρίς να σαλεύει ούτε το δαχτυλάκι του. Ο χοντρός, που κειτόταν ο μισός μέσα στην ντουλάπα, τίναξε το πόδι κι έμεινε ακίνητος.

«Πριν σε σκοτώσω», είπε ο Θομ, «πες μου. Γιατί;» Η φωνή του ήταν χαμηλή, μουδιασμένη· ένιωθε μουδιασμένος και μέσα του.

«Το Μεγάλο Παιχνίδι», είπε γρήγορα ο άλλος. Είχε προφορά ανθρώπου του δρόμου, κι ανάλογα ρούχα, αλλά ήταν κάπως πιο καλά κι όχι πολυφορεμένα· μάλλον είχε περισσότερα λεφτά για ξόδεμα από τους συνηθισμένους Προπυλιανούς. «Δεν είναι τίποτα προσωπικό, καταλαβαίνεις; Απλώς μέσα στο Παιχνίδι».

«Το Παιχνίδι! Δεν είμαι μπλεγμένος στο Ντάες Νταε’μαρ! Ποιος θα ’θελε να με σκοτώσει για το Μεγάλο Παιχνίδι;» Ο άλλος δίστασε. Ο Θομ πλησίασε πιο κοντά τη λεπίδα του. Αν ο μυώδης τύπος ανοιγόκλεινε τα μάτια, οι βλεφαρίδες του θα άγγιζαν τη μύτη της. «Ποιος;»

«Ο Μπαρτέηνς», ήταν η βραχνή απάντηση. «Ο Άρχοντας Μπαρτέηνς. Δεν θα σε σκοτώναμε. Ο Μπαρτέηνς θέλει πληροφορίες. Απλώς θέλαμε να μάθουμε τι ξέρεις. Ίσως περισσεύει χρυσάφι και για σένα Μια λαμπερή, χοντρή κορώνα γι’ αυτά που ξέρεις. Μπορεί και δύο».

«Ψεύτη! Ήμουν στο μέγαρο του Μπαρτέηνς χθες το βράδυ, βρέθηκα τόσο κοντά του όσο είμαστε  τώρα μεταξύ μας. Αν ήθελε κάτι από μένα, δεν θα έβγαινα ζωντανός από κει».

«Σου λέω, μέρες ψάχναμε για σένα, ή για κάποιον που να ξέρει γι’ αυτόν τον Αντορίτη άρχοντα. Μόλις χθες το βράδυ άκουσα το όνομά σου, στην κοινή αίθουσα. Ο Άρχοντας Μπαρτέηνς είναι γενναιόδωρος. Μπορεί να πάρεις και πέντε κορώνες».

Ο σωματώδης άνδρας προσπάθησε να τραβήξει το κεφάλι του μακριά από το μαχαίρι, κι ο Θομ τον έσπρωξε πιο δυνατά στον τοίχο. «Ποιον Αντορίτη άρχοντα;» Όμως ήξερε. Μα το Φως, ήξερε.

«Τον Ραντ. Του Οίκου αλ’Θορ. Ψηλός. Νεαρός. Αρχιξιφομάχος, ή, τουλάχιστον, με το σπαθί ενός Αρχιξιφομάχου. Ξέρω ότι ήρθε να σε δει. Αυτός κι ένας Ογκιρανός, και μιλήσατε. Πες μου τι ξέρεις, μπορεί να βάλω κι εγώ κανά-δυο κορώνες από την τσέπη μου».

«Βλάκα», είπε χαμηλόφωνα ο Θομ. Γι’ αυτό πέθανε η Ντένα; Ω Φως μου, είναι νεκρή. Του ήρθε να βάλει τα κλάματα. «Το αγόρι είναι βοσκός». Βοσκός με φανταχτερό παλιό, με Άες Σεντάι γύρω του, σαν μέλισσες γύρω από μελόροδο. «Βοσκός, τίποτα άλλο». Έσφιξε πιο δυνατά τα μαλλιά του άλλου.

«Στάσου! Στάσου! Μπορείς να βγάλεις πιο πολλά από πέντε κορώνες, ή από δέκα. Μάλλον εκατό. Όλοι οι Οίκοι θέλουν να μάθουν γι’ αυτόν τον Ραντ αλ’Θορ. Εσύ ξέρεις, κι εγώ ξέρω αυτούς που θέλουν να ξέρουν, μπορούμε και οι δύο να γεμίσουμε τις τσέπες μας. Υπάρχει και μια γυναίκα, μια αρχόντισσα, την είδα μερικές φορές όπως ρώταγα γι’ αυτόν. Αν βρούμε ποια είναι... ε, μπορούμε να το πουλήσουμε κι αυτό».

«Μέσα σ’ όλα αυτά έκανες ένα πραγματικό λάθος», είπε ο Θομ.

«Λάθος;» Το άλλο χέρι του είχε αρχίσει να γλιστρά προς τη ζώνη του. Χωρίς αμφιβολία είχε κι άλλο μαχαίρι εκεί. Ο Θομ δεν του έδωσε σημασία.

«Δεν έπρεπε να απλώσεις χέρι στην κοπέλα».

Το χέρι του άλλου όρμηξε στη ζώνη του, και μετά τινάχτηκε σπασμωδικά, καθώς το μαχαίρι του Θομ έβρισκε το στόχο του.

Ο Θομ τον άφησε να πέσει μακριά από την πόρτα και στάθηκε για μια στιγμή, πριν σκύψει εξαντλημένος για να ξεκαρφώσει το μαχαίρι του. Η πόρτα άνοιξε με βρόντο, και ο βάρδος στριφογύρισε με μια αγριεμένη έκφραση.

Η Ζέρα τινάχτηκε απότομα πίσω και έφερε το χέρι στο λαιμό της, κοιτάζοντάς τον. «Αυτή η ανόητη η Έλλα μόλις μου είπε», είπε αβέβαια, «ότι χθες το βράδυ δύο άνθρωποι του Μπαρτέηνς έκαναν ερωτήσεις για σένα, και μετά απ’ αυτά που άκουσα σήμερα το πρωί... Νόμιζα είχες πει ότι δεν παίζεις πια το Παιχνίδι».