«Με βρήκαν», είπε αυτός κουρασμένα.
Τα μάτια της τραβήχτηκαν από το πρόσωπο του και γούρλωσαν, βλέποντας τα δύο πτώματα. Μπήκε βιαστικά στο δωμάτιο κι έκλεισε πίσω της την πόρτα. «Αυτό είναι πολύ κακό, Θομ. Θα πρέπει να φύγεις από την Καιρχίν». Το βλέμμα της έπεσε στο κρεβάτι, και της κόπηκε η ανάσα. «Ω, όχι. Ω, όχι. Ω, Θομ, λυπάμαι τόσο πολύ».
«Δεν μπορώ να φύγω ακόμα, Ζέρα». Κοντοστάθηκε, και μετά, τρυφερά, άπλωσε μια κουβέρτα πάνω από το σώμα της Ντένας, σκεπάζοντάς της το πρόσωπο. «Πρώτα έχω να σκοτώσω ακόμα έναν».
Η πανδοχέας τινάχτηκε και τράβηξε το βλέμμα από το κρεβάτι. Η φωνή της είχε μόνο μια ανεπαίσθητη βραχνάδα. «Αν εννοείς τον Μπαρτέηνς, άργησες πολύ. Όλος ο κόσμος μιλάει κιόλας γι’ αυτό. Είναι νεκρός. Τον βρήκαν οι υπηρέτες του το πρωί, κατακρεουργημένο στο υπνοδωμάτιο του. Ξέρουν ότι είναι αυτός μόνο επειδή το κεφάλι του ήταν καρφωμένο σ’ έναν πάσσαλο πάνω από το τζάκι». Ακούμπησε το χέρι της στο μπράτσο του. «Θομ, δεν μπορείς να κρύψεις ότι ήσουν εκεί χθες το βράδυ από κείνους που θα θελήσουν να μάθουν. Βάλε κι αυτούς τους δύο και δεν υπάρχει κανένας στην Καιρχίν που να μην πιστέψει ότι είσαι μπλεγμένος». Υπήρχε ένα αμυδρό ερωτηματικό στα τελευταία λόγια της, σαν να αναρωτιόταν και η ίδια.
«Δεν έχει σημασία, μου φαίνεται», είπε αυτός μουνιά. Δεν μπορούσε να τραβήξει το βλέμμα από τη μορφή στο κρεβάτι, που την σκέπαζε η κουβέρτα. «Ίσως ξαναγυρίσω στο Άντορ. Στο Κάεμλυν».
Εκείνη τον έπιασε από τους ώμους και τον γύρισε από την άλλη μεριά. «Εσείς οι άνδρες», είπε αναστενάζοντας, «πάντα σκέφτεστε ή με τα μπράτσα ή με την καρδιά, ποτέ με το μυαλό. Για σένα το Κάεμλυν είναι ίδιο και χειρότερο από την Καιρχίν. Και στο ένα μέρος και στο άλλο θα καταλήξεις ή νεκρός, ή στη φυλακή. Λες να το ήθελε εκείνη; Αν θέλεις να τιμήσεις τη μνήμη της, κοίτα να μην πεθάνεις».
«Θα φροντίσεις για...» Δεν μπορούσε να το πει. Γερνάω, σκέφτηκε. Γίνομαι πιο μαλθακός. Έβγαλε το βαρύ πουγκί από την τσέπη του και το έβαλε ανάμεσα στα χέρια της. «Αυτό μάλλον θα φτάσει για... όλα. Και θα βοηθήσει, όταν αρχίσουν να ρωτούν για μένα».
«Θα τα τακτοποιήσω όλα», είπε αυτή τρυφερά. «Πρέπει να φύγεις, Θομ. Αμέσως».
Εκείνος ένευσε απρόθυμα και άρχισε να βάζει αργά μερικά πράγματα σε σακίδια σέλας. Ενώ τα μάζευε, η Ζέρα κοίταξε για πρώτη φορά από κοντά τον χοντρό που ήταν σωριασμένος κάτω, ο μισός μέσα στη ντουλάπα, και άφησε μια κοφτή κραυγούλα. Ο Θομ την κοίταξε ερωτηματικά· τόσο καιρό που την ήξερε, δεν είχε λιγοθυμήσει ποτέ της στη θέα του αίματος.
«Δεν είναι άνθρωποι του Μπαρτέηνς, Θομ. Αυτός τουλάχιστον δεν είναι». Έδειξε με μια κίνηση του κεφαλιού τον χοντρό. «Είναι το πιο φανερό μυστικό της Καιρχίν ότι δουλεύει για τον Οίκο Ριάτιν. Για τον Γκάλντριαν».
«Για τον Γκάλντριαν», είπε ο άλλος με ανέκφραστη φωνή. Πού με έμπλεξε αυτός ο άτιμος ο βοσκός; Πού μας έμπλεξαν και του δύο οι Άες Σεντάι; Μα αυτοί που τη σκότωσαν ήταν οι άνδρες του Γκάλντριαν.
Το πρόσωπο του πρέπει να είχε φανερώσει κάποιες από τις σκέψεις του. Η Ζέρα είπε θυμωμένα, «Η Ντένα σε θέλει ζωντανό, βλάκα! Αν προσπαθήσεις να σκοτώσεις τον Βασιλιά, θα σε σκοτώσουν πριν φτάσεις εκατό απλωσιές μακριά του, αν καταφέρεις να πλησιάσεις τόσο!»
Ένα μουγκρητό ακούστηκε, μέσα από τα τείχη της πόλης, σαν να φώναζε η μισή Καιρχίν. Ο Θομ, σμίγοντας τα φρύδια, κοίταξε από το παράθυρο του. Πέρα από τις κορυφές των γκρίζων τειχών, πάνω από τις στέγες των Προπυλαίων, μια πυκνή στήλη καπνού υψωνόταν στον ουρανό. Πολύ πέρα από τα τείχη. Πλάι στην πρώτη μαύρη στήλη, μερικά λεπτά, γκρίζα συννεφάκια σχημάτισαν σιγά-σιγά άλλη μία, και ύστερα εμφανίστηκαν κι άλλα παραπέρα. Ο Θομ υπολόγισε την απόσταση και πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Σκέψου μήπως πρέπει να φύγεις κι εσύ. Φαίνεται ότι κάποιος έβαλε φωτιά στις αποθήκες των σιτηρών».
«Έχω ξαναζήσει ταραχές. Φύγε τώρα, Θομ». Αυτός έριζε μια ματιά στη σαβανωμένη μορφή της Ντένας, μάζεψε τα πράγματά του, αλλά, πριν φύγει, η Ζέρα ξαναμίλησε. «Έχεις ένα επικίνδυνο βλέμμα στα μάτια σου, Θομ. Φαντάσου την Ντένα να κάθεται εδώ, γερή και ολοζώντανη. Σκέψου τι θα έλεγε. Άραγε, θα σε άφηνε να φύγεις και να σκοτωθείς χωρίς λόγο;»
«Είμαι μόνο ένας γέρος βάρδος», είπε ο Θομ από την πόρτα. Και ο Ραντ αλ’Θορ είναι μονάχα ένας βοσκός, αλλά ξέρουμε και οι δύο τι πρέπει να κάνουμε. «Για ποιον μπορεί να είμαι επικίνδυνος;»
Καθώς έκλεινε την πόρτα, κρύβοντάς την, κρύβοντας την Ντένα, ένα σκοτεινό, λυκίσιο χαμόγελο φάνηκε στο πρόσωπο του. Το πόδι του τον πονούσε, αλλά μόλις που το ένιωθε, καθώς κατέβαινε γοργά και αποφασισμένα τα σκαλιά και έβγαινε από το πανδοχείο.