Ο Πάνταν Φάιν τράβηξε τα χαλινάρια του αλόγου του, στην κορυφή ενός λόφου πάνω από το Φάλμε, σ’ ένα από τα λιγοστά, αραιά αλσύλλια που απέμεναν στους λόφους έξω από την πόλη. Το άλογο που κουβαλούσε το πολύτιμο φορτίο άγγιξε το πόδι του, κι αυτός το κλώτσησε στα πλευρά δίχως να το κοιτάξει· το ζώο ξεφύσηξε και έκανε πίσω, τεντώνοντας το σχοινί που ήταν δεμένο στη σέλα του Φάιν. Η γυναίκα δεν ήθελε να αποχωριστεί το άλογό της, όπως και οι άλλοι Σκοτεινόφιλοι που τον είχαν ακολουθήσει δεν ήθελαν να μείνουν μόνοι στους λόφους με τους Τρόλοκ, δίχως την προστατευτική παρουσία του Φάιν. Είχε λύσει εύκολα και τα δύο προβλήματα. Το κρέας στο τσουκάλι των Τρόλοκ δεν χρειαζόταν άλογο. Οι σύντροφοι της γυναίκας ήταν κλονισμένοι από το ταξίδι στις Οδούς, που είχε καταλήξει σε μια Πύλη έξω από ένα στέντιγκ, εγκαταλειμμένο εδώ και καιρό κοντά στο Τόμαν Χεντ· παρακολουθώντας τους Τρόλοκ να ετοιμάζουν το δείπνο τους, οι επιζήσαντες Σκοτεινόφιλοι ήταν πια εξαιρετικά πειθήνιοι.
Από την άκρη του αλσυλλίου, ο Φάιν εξέτασε την ατείχιστη πόλη κατ χλεύασε. Ένα εμπορικό καραβάνι προχωρούσε βαριά ανάμεσα στους στάβλους και τα μέρη όπου μπορούσε κανείς να αφήσει άλογα και άμαξες γύρω από την πόλη, κι ένα άλλο έβγαινε από την πόλη, χωρίς να σηκώνει πολλή σκόνη από το χώμα του δρόμου, που είχε πατηθεί με τα χρόνια της κυκλοφορίας. Οι οδηγοί των αμαξών και οι λίγοι καβαλάρηδες δίπλα τους ήταν ντόπιοι, σύμφωνα με τα ρούχα τους, όμως, τουλάχιστον, οι έφιπποι φορούσαν σπαθιά σε τελαμώνες και μερικοί, μάλιστα, είχαν δόρατα και τόξα. Οι στρατιώτες που έβλεπε —υπήρχαν και τέτοιοι— δεν έμοιαζαν να επιβλέπουν τους ένοπλους, τους οποίους υποτίθεται πως είχαν κατακτήσει.
Είχε μάθει κάποια πράγματα γι’ αυτούς τους ανθρώπους, τους Σωντσάν, τη μια μέρα και μια νύχτα που βρισκόταν στο Τόμαν Χεντ. Τουλάχιστον όσα ήξεραν οι νικημένοι. Δεν ήταν δύσκολο να βρεις κάποιον μόνο του, κι αυτοί πάντα απαντούσαν στις ερωτήσεις που τίθονταν με κατάλληλο τρόπο. Οι άνδρες συνέλεγαν περισσότερες πληροφορίες για τους εισβολείς, σαν να πίστευαν πραγματικά ότι τελικά θα έκαναν κάτι μ’ αυτές, αλλά μερικές φορές προσπαθούσαν να τις κρύψουν. Οι γυναίκες, εν γένει, έμοιαζαν να νοιάζονται μονάχα για την καθημερινή τους ζωή, όποιοι κι αν ήταν οι κυβερνήτες τους, αλλά πρόσεχαν λεπτομέρειες που περνούσαν απαρατήρητες από τους άνδρες και μιλούσαν πιο γρήγορα όταν σταματούσαν να στριγκλίζουν. Τα παιδιά μιλούσαν ακόμα πιο γρήγορα, αλλά σπάνια έλεγαν κάτι άξιο λόγου.
Είχε απορρίψει τα τρία τέταρτα όσων είχε ακούσει ως χαζομάρες και διαδόσεις, που μεταμορφώνονταν σε μύθο, αλλά τώρα άλλαζε μερικά από τα συμπεράσματά του. Φαινόταν πως ο καθένας μπορούσε να μπει στο Φάλμε. Ξαφνιασμένος, είδε την αλήθεια άλλης μιας «χαζομάρας», καθώς είκοσι στρατιώτες έβγαιναν από την πόλη. Δεν διέκρινε καθαρά τα υποζύγιά τους, αλλά σίγουρα δεν ήταν άλογα. Έτρεχαν με μια λυγερή χάρη και το σκούρο δέρμα τους έμοιαζε να γυαλίζει στον πρωινό ήλιο σαν να είχαν φολίδες. Έγειρε το κεφάλι για να τους δει, καθώς χάνονταν στο βάθος προς τα ενδότερα, και μετά σπιρούνισε το άλογό του για να ξεκινήσει για την πόλη.
Οι ντόπιοι, ανάμεσα στους στάβλους και στις σταθμευμένες άμαξες και τους φραγμένους χώρους για τα άλογα, δεν του έδωσαν μεγάλη σημασία. Ούτε κι εκείνος ενδιαφερόταν γι’ αυτούς· μπήκε στην πόλη, που οι λιθόστρωτοι δρόμοι της κατηφόριζαν ως το λιμάνι. Ο Φάιν έβλεπε καθαρά το λιμάνι και τα μεγάλα πλοία των Σωντσάν με το παράξενο σχήμα που ήταν αγκυροβολημένα εκεί. Κανένας δεν τον ενόχλησε όσο έψαχνε δρόμους που δεν ήταν ούτε γεμάτοι κόσμο ούτε έρημοι. Εδώ υπήρχαν περισσότεροι στρατιώτες Σωντσάν. Οι άνθρωποι πήγαιναν βιαστικά στις δουλειές τους με το βλέμμα χαμηλά, κι υποκλίνονταν κάθε φορά που αντάμωναν στρατιώτες, αλλά οι στρατιώτες δεν τους έδιναν σημασία. Επιφανειακά, όλα έμοιαζαν ειρηνικά, παρά τους αρματωμένους Σωντσάν στους δρόμους και τα πλοία στο λιμάνι, αλλά ο Φάιν ένιωθε την ένταση που κρυβόταν από κάτω. Πάντα τα κατάφερνε μια χαρά όπου οι άνθρωποι ένιωθαν ένταση και φόβο.
Έφτασε σε ένα μεγάλο σπίτι, που μπροστά του στέκονταν φρουροί πάνω από δέκα στρατιώτες. Ο Φάιν σταμάτησε και αφίππευσε. Με εξαίρεση κάποιον που ήταν προφανώς αξιωματικός, οι άλλοι φορούσαν κατάμαυρη πανοπλία και τα κράνη τους του θύμισαν κεφάλια από ακρίδες. Δύο θηρία με σκληρό πετσί, τρία μάτια και σκληρά ράμφη πλαισίωναν την είσοδο, καθισμένα σαν βάτραχοι· δίπλα στο καθένα στεκόταν ένας στρατιώτης, που στο θώρακα είχε ζωγραφισμένα τρία μάτια. Ο Φάιν κοίταξε το γαλάζιο στις άκρες λάβαρο, που ανέμιζε πάνω από τη στέγη, με το γεράκι που άπλωνε τα φτερά κρατώντας κεραυνούς, και γέλασε από μέσα του.