Выбрать главу

Γυναίκες μπαινόβγαιναν σε ένα σπίτι στην άλλη πλευρά του δρόμου, γυναίκες που τις ένωναν ασημένια λουριά, αλλά τις αγνόησε. Ήξερε από τους χωρικούς για τις νταμέην. Ίσως του φαίνονταν χρήσιμες αργότερα, αλλά όχι τώρα.

Οι στρατιώτες τον κοίταζαν, ειδικά ο αξιωματικός, του οποίου η πανοπλία ήταν χρυσαφιά και κόκκινη και πράσινη.

Ο Φάιν φόρεσε με κόπο ένα ευχάριστο χαμόγελο και βίασε τον εαυτό του να υποκλιθεί βαθιά. «Άρχοντές μου, έχω εδώ κάτι που θα ενδιαφέρει τον Μέγα Άρχοντά σας. Σας διαβεβαιώνω ότι θα Θέλει να το δει, κι αυτό κι εμένα, ο ίδιος προσωπικά». Έδειξε το τετραγωνισμένο σχήμα, που ήταν ακόμα τυλιγμένο στην πελώρια, ριγέ κουβέρτα, στην οποία το είχαν βρει οι άνθρωποι του, πάνω στο άλογο που είχε για φορτία.

Ο αξιωματικός τον κοίταζε από πάνω ως κάτω. «Μιλάς σαν να είσαι από άλλη χώρα. Έχεις δώσει τους όρκους;»

«Υπακούω, περιμένω και θα υπηρετήσω», απάντησε μειλίχια ο Φάιν. Όλοι όσους είχε ρωτήσει του είχαν πει για τους όρκους, αν κατ κανείς δεν καταλάβαινε τι σήμαιναν. Αν αυτοί οι άνθρωποι ήθελαν όρκους, ήταν έτοιμος να ορκιστεί τα πάντα. Είχε χάσει από καιρό το μέτρημα των όρκων που είχε δώσει.

Ο αξιωματικός έκανε νόημα σε δύο άνδρες του να δουν τι υπήρχε κάτω από την κουβέρτα. Λυτοί μούγκρισαν, έκπληκτοι από το βάρος καθώς το κατέβαζαν, και άφησαν κραυγές έκπληξης όταν τράβηξαν την κουβέρτα. Ο αξιωματικός έμεινε να κοιτάζει ανέκφραστος το ασημοστόλιστο χρυσό κιβώτιο στο λιθόστρωτο και ύστερα το βλέμμα του γύρισε στον Φάιν. «Δώρο που αρμόζει και στην ίδια την Αυτοκράτειρα. Θα έρθεις μαζί μου».

Ένας στρατιώτης έψαξε τον Φάιν με βία, αλλά το ανέχθηκε σιωπηλά, παρατηρώντας ότι ο αξιωματικός και οι δύο στρατιώτες που πήραν το κιβώτιο παράδωσαν τα σπαθιά και τα εγχειρίδιά τους πριν μπουν μέσα. Ό,τι μπορούσε να μάθει γι’ αυτούς, έστω και ασήμαντο, ίσως τον βοηθούσε, αν και ήδη ένιωθε σίγουρος για το σχέδιό του. Πάντα ήταν σίγουρος, περισσότερο όμως εκεί που οι άρχοντες φοβούνταν μήπως το φονικό μαχαίρι το κρατούσε οπαδός τους.

Καθώς περνούσαν από την πόρτα, ο αξιωματικός κοίταξε τον Φάιν συνοφρυωμένος, και ο Φάιν για μια στιγμή αναρωτήθηκε γιατί. Φυσικά. Τα θηρία. Ό,τι κι αν ήταν, δεν ήταν χειρότερα από Τρόλοκ, τίποτα μπροστά στους Μυρντράαλ, και δεν τους είχε ρίξει δεύτερη ματιά. Τώρα ήταν αργά για να προσποιηθεί φόβο. Αλλά ο Σωντσάν δεν είπε τίποτα, μόνο τον πήγε στα εσωτερικά δωμάτια.

Κι έτσι ο Φάιν βρέθηκε πρηνής, σ’ ένα δωμάτιο δίχως έπιπλα, με εξαίρεση τα αναδιπλούμενα χωρίσματα που έκρυβαν τους τοίχους, ενώ ο αξιωματικός έλεγε στον Υψηλό Άρχοντα Τούρακ γι’ αυτόν και για την προσφορά του. Οι υπηρέτες έφεραν ένα τραπέζι, στο οποίο ακούμπησαν το κιβώτιο για να μην χρειαστεί να σκύψει ο Υψηλός Άρχοντας· το μόνο που είδε απ’ όλα αυτά ο Φάιν ήταν σανδάλια που έτρεχαν. Περίμενε υπομονετικά. Κάποτε θα ερχόταν η ώρα που δεν θα υποκλινόταν αυτός.

Έπειτα οι στρατιώτες έλαβαν την άδεια να φύγουν και ο Φάιν διατάχθηκε να σηκωθεί. Σηκώθηκε αργά, κοιτάζοντας εξεταστικά τόσο τον Υψηλό Άρχοντα, με το ξυρισμένο κεφάλι και τα μακριά νύχια και τη γαλάζια μεταξωτή ρόμπα με τα χρυσοκέντητα μπουμπούκια, και τον άλλο που στεκόταν δίπλα του, που το μισό κεφάλι του ήταν ξυρισμένο, ενώ τα ξανθά μαλλιά του άλλου μισού σχημάτιζαν μακριά πλεξούδα. Ο Φάιν ήταν βέβαιος πως αυτός, ο άνθρωπος, με τα πράσινα ρούχα, ήταν απλώς υπηρέτης, όσο υψηλά ιστάμενος κι αν ήταν, αλλά οι υπηρέτες είχαν τη χρησιμότητά τους, ειδικά αν βρίσκονταν κοντά στον αφέντη τους.

«Θαυμάσιο δώρο». Το βλέμμα του Τούρακ άφησε το κιβώτιο και στράφηκε στον Φάιν. Από τον Υψηλό Άρχοντα ερχόταν ευωδιά ρόδων. «Όμως γεννάται το ερώτημα: πώς κάποιος σαν εσένα βρήκε ένα κιβώτιο που πολλοί κατώτεροι άρχοντες δεν θα μπορούσαν να το αγοράσουν; Είσαι κλέφτης;»

Ο Φάιν τράβηξε το τριμμένο, λερωμένο πανωφόρι του. «Μερικές φορές είναι ανάγκη να μοιάζει κανείς με κάτι άλλο απ’ αυτό που είναι, Υψηλέ Άρχοντα. Η τωρινή ατημέλητη εμφάνιση μου με βοήθησε να σου το φέρω άθικτο. Αυτό το κιβώτιο είναι αρχαίο, Υψηλέ Άρχοντα —αρχαίο σαν την Εποχή των Θρύλων— και μέσα του υπάρχει ένας θησαυρός, που λίγα μάτια έχουν δει ποτέ. Σύντομα —πολύ σύντομα, Υψηλέ Άρχοντα— θα μπορώ να το ανοίξω και να σου δώσω αυτό που θα σου χαρίσει τη δύναμη να μεγαλώσεις αυτή τη χώρα όσο θέλεις, ως τη Ραχοκοκαλιά του Κόσμου, την Ερημιά των Αελιτών, τις χώρες που απλώνονται παραπέρα. Τίποτα δεν θα σταθεί στο δρόμο σου, Υψηλέ Άρχοντα, από τη στιγμή που θα—» Σταμάτησε, καθώς τα μακριά νύχια του Τούρακ άρχισαν να διατρέχουν το κιβώτιο.

«Έχω δει τέτοια κιβώτια, κιβώτια από την Εποχή των Θρύλων», είπε ο Υψηλός Άρχοντας, «αν και κανένα τόσο έξοχο. Είναι φτιαγμένα έτσι ώστε να μπορεί να ανοίξουν μόνο εκείνοι που ξέρουν το σχήμα, αλλά — α!» Πίεσε ανάμεσα στις περίτεχνες σπείρες και τα κυφώματα, ακούστηκε ένα ξερό κλικ, και σήκωσε το σκέπασμα. Στο πρόσωπο του τρεμόπαιξε για μια στιγμή μια έκφραση, που θα μπορούσε να ήταν και απογοήτευση.