Ο Φάιν κατάφερε να μην του υποδείξει ότι αυτό θα ήταν εφικτό με τη βοήθεια του Κέρατος. Κάτι στη φωνή του Υψηλού Άρχοντα έδειχνε —αν και ο Φάιν δυσκολευόταν να το πιστέψει— ότι πραγματικά εννοούσε αυτή την ευχή. Πρέπει να είμαι υπομονετικός. Ένα σκουλήκι στη ρίζα.
«Οι Αφουγκραστές της Αυτοκράτειρας μπορεί να βρίσκονται οπουδήποτε», συνέχισε ο Τούρακ. «Μπορεί να είναι ο οποιοσδήποτε. Ο Χούαν γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Οίκο του Άλαντον, όπως και η οικογένειά του εδώ και έντεκα γενιές, όμως ακόμα κι αυτός μπορεί να είναι Αφουγκραστής». Ο άλλος με την πλεξούδα πήγε να κάνει μια χειρονομία διαμαρτυρίας, πριν ξανασταθεί αμέσως ασάλευτος. «Ακόμα κι ένας υψηλός άρχοντας ή μια υψηλή αρχόντισσα μπορεί να βρουν ότι οι Αφουγκραστές ξέρουν τα βαθύτερα μυστικά τους, μπορεί να ξυπνήσουν και να ανακαλύψουν ότι έχουν ήδη παραδοθεί στους Αναζητητές της Αλήθειας. Είναι πάντα δύσκολο να βρεις την αλήθεια, αλλά οι Αναζητητές ερευνούν χωρίς να φοβούνται τον πόνο, και συνεχίζουν να ερευνούν όσο κρίνουν ότι υπάρχει ανάγκη. Καταβάλλουν μεγάλο πόνο για να μην πεθάνει κανένας υψηλός άρχοντας στα χέρια τους, διότι κανείς δεν επιτρέπεται να σκοτώσει αυτούς που στις φλέβες τους κυλά το αίμα του Άρτουρ του Γερακόφτερου. Αν η Αυτοκράτειρα πρέπει να διατάξει τέτοιο θάνατο, τότε βάζουν αυτόν τον δυστυχισμένο ζωντανό σε ένα μεταξωτό σάκο, κρεμούν τον σάκο από τον Πύργο των Κορακιών και τον αφήνουν εκεί μέχρι να σαπίσει. Δεν θα έδειχναν τέτοια φροντίδα για κάποιον σαν και σένα. Στην Αυλή των Εννιά Φεγγαριών, στη Σωντάρ, κάποιον σαν και σένα θα τον παρέδιδαν στους Αναζητητές για το μάτι του που έπαιξε, για μια λάθος λέξη, ή από καπρίτσιο. Ακόμα ανυπομονείς;»
Ο Φάιν κατόρθωσε να κάνει τα γόνατά του να τρεμουλιάσουν. «Μόνη μου επιθυμία είναι να υπηρετώ και να συμβουλεύω, Υψηλέ Άρχοντα. Ξέρω πολλά, που ίσως αποδειχθούν χρήσιμα». Αυτή η αυλή της Σωντάρ έμοιαζε με μέρος που τα σχέδιά του και οι ικανότητες του θα έβρισκαν εύφορο έδαφος.
«Μέχρι να ξαναπάω στη Σωντσάν, θα με διασκεδάσεις με ιστορίες για την οικογένειά σου και τις παραδόσεις της. Είναι ανακούφιση να βρίσκω και δεύτερο άνθρωπο να με διασκεδάζει σ’ αυτή την Φωτοκατάρατη χώρα, έστω κι αν λέτε ψέματα και οι δύο, όπως υποψιάζομαι. Μπορείς να φύγεις». Δεν είπε άλλη λέξη, αλλά η κοπέλα, η οποία είχε σχεδόν κάτασπρα μαλλιά και φορούσε σχεδόν διάφανη ρόμπα, πλησίασε με γοργά βήματα, γονάτισε πλάι στον Υψηλό Άρχοντα με το κεφάλι σκυμμένο και του πρόσφερε ένα φλιτζάνι, που άχνιζε πάνω σε λακαρισμένο δίσκο.
«Υψηλέ Άρχοντα», είπε ο Φάιν. Ο άνδρας με την πλεξούδα, ο Χούαν, τον άρπαξε από το μπράτσο, αλλά ο Φάιν το τράβηξε. Το στόμα του Χούαν σφίχτηκε με θυμό, καθώς ο Φάιν υποκλινόταν πιο βαθιά από κάθε άλλη φορά. Ναι, θα τον σκοτώσω αργά. «Υψηλέ Άρχοντα, υπάρχουν κάποιοι που με ακολουθούν. Έχουν σκοπό να πάρουν το Κέρας του Βαλίρ. Σκοτεινόφιλοι κι ακόμα χειρότεροι, Υψηλέ Άρχοντα, και απέχουν, το πολύ, μια-δυο μέρες».
Ο Τούρακ ρούφηξε μια γουλιά από το μαύρο υγρό στο λεπτό φλιτζάνι, που ισορροπούσε στα δάχτυλά του με τα μακριά νύχια. «Ελάχιστοι Σκοτεινόφιλοι παραμένουν στη Σωντσάν. Όσοι επιζούν από τους Αναζητητές της Αλήθειας καταλήγουν στο τσεκούρι του δημίου. Θα ήταν διασκεδαστικό να συναντήσω Σκοτεινόφιλο».
«Υψηλέ Άρχοντα, είναι επικίνδυνοι. Έχουν μαζί τους Τρόλοκ. Τους οδηγεί ένας που λέγεται Ραντ αλ’Θορ. Είναι νεαρός, αλλά ανείπωτα ρυπαρός, περπατά στη Σκιά, έχει γλώσσα γεμάτη πονηριά και ψέματα. Παρουσιάζεται με πολλά πρόσωπα σε πολλά μέρη, μα πάντα οι Τρόλοκ έρχονται όπου είναι κι αυτός, Υψηλέ Άρχοντα. Οι Τρόλοκ έρχονται... και σκοτώνουν».