Выбрать главу

«Τρόλοκ», ρέμβασε ο Τούρακ. «Δεν υπάρχουν Τρόλοκ στη Σωντσάν. Αλλά οι Στρατιές της Νύχτας είχαν άλλους συμμάχους. Άλλα πλάσματα. Συχνά αναρωτιέμαι αν ένα γκρολμ θα μπορούσε να νικήσει έναν Τρόλοκ. Θα πω να έχουν το νου τους για τους Τρόλοκ και τους Σκοτεινόφιλους που λες, αν δεν είναι άλλο ένα ψέμα. Αυτή η χώρα με κουράζει με την πλήξη της». Αναστέναξε και μύρισε τους αχνούς από το φλιτζάνι του.

Ο Φάιν άφησε τον Χούαν που μόρφαζε να τον βγάλει έξω από το δωμάτιο, σχεδόν χωρίς να ακούει το βραχνό κατεβατό του άλλου για όσα θα πάθαινε, αν ποτέ δεν έφευγε μόλις του έδιναν την άδεια. Μόλις που πρόσεξε ότι τον είχε σπρώξει στο δρόμο μ’ ένα νόμισμα και την εντολή να επιστρέψει την επόμενη μέρα. Τώρα ο Ραντ αλ’Θορ ήταν δικός του. Επιτέλους, θα τον δω νεκρό. Και μετά ο κόσμος θα πληρώσει για όσα μου έκαναν.

Χαχανίζοντας μέσα από τα δόντια του, ξεκίνησε με τα άλογά του, ψάχνοντας για πανδοχείο.

35

Στέντιγκ Τσόφου

Οι λόφοι πλάι στα ποτάμια στους οποίους στεκόταν η Καιρχίν, έδωσαν τη θέση τους σε κάμπους και δάση, όταν ο Ραντ και οι άλλοι είχαν περάσει μισή μέρα στα άλογα, με τους Σιναρανούς να έχουν ακόμα τις πανοπλίες φορτωμένες στα υποζύγια. Δεν υπήρχαν δρόμοι εκεί που πήγαιναν, μόνο σκόρπια ίχνη από κάρα και μερικά αγροκτήματα ή χωριουδάκια. Η Βέριν τους παρακινούσε να κάνουν πιο γρήγορα, και ο Ίνγκταρ —γκρινιάζοντας συνεχώς ότι τους είχαν ξεγελάσει, ότι ο Φάιν ποτέ δεν θα έλεγε τον πραγματικό προορισμό του, αλλά και επίσης γκρινιάζοντας ότι πήγαιναν αντίθετα από το Τόμαν Χεντ, λες κι ένα μέρος του το πίστευε, έστω κι αν το Τόμαν Χεντ απείχε μήνες ταξιδιού, αν έπαιρναν άλλο δρόμο εκτός από αυτόν τώρα— της έκανε τη χάρη. Το λάβαρο με τη Γκρίζα Κουκουβάγια πετούσε στον άνεμο καθώς κάλπαζαν.

Ο Ραντ είχε ύφος βλοσυρό και αποφασισμένο, κι απέφευγε τις συζητήσεις με τη Βέριν. Είχε να κάνει ένα πράγμα —αυτό το καθήκον, όπως θα το αποκαλούσε ο Ίνγκταρ— και μετά θα ήταν οριστικά ελεύθερος από τις Άες Σεντάι. Ο Πέριν έμοιαζε να έχει περίπου την ίδια διάθεση και κοίταζε με απλανές βλέμμα μπροστά καθώς προχωρούσαν. Όταν τελικά σταμάτησαν για να περάσουν τη νύχτα στην άκρη του δάσους, ενώ είχε πέσει πυκνό σκοτάδι, ο Πέριν έκανε στον Λόιαλ ερωτήσεις για τα στέντιγκ. Οι Τρόλοκ δεν μπορούσα να μπουν σ’ ένα στέντιγκ· οι λύκοι μπορούσαν; Ο Λόιαλ απάντησε αμέσως ότι μόνο τα πλάσματα της Σκιάς δίσταζαν να μπουν στα στέντιγκ. Και οι Άες Σεντάι, φυσικά, εφόσον δεν μπορούσαν να αγγίζουν την Αληθινή Πηγή μέσα σε στέντιγκ, ή να διαβιβάσουν τη Μία Δύναμη. Ο Ογκιρανός φαινόταν πιο απρόθυμος από όλους να πάει στο Στέντιγκ Τσόφου. Μόνο ο Ματ έδειχνε να ανυπομονεί, σχεδόν με απόγνωση. Το δέρμα του έμοιαζε σαν να είχε πάνω από χρόνο να το χτυπήσει ο ήλιος, αν και έλεγε ότι ένιωθε έτοιμος να τρέξει σε αγώνες. Η Βέριν τον άγγιξε με τα χέρια για να τον Θεραπεύσει λίγο πριν κουκουλωθεί στις κουβέρτες του, και πάλι προτού ανέβουν στ’ άλογα το πρωί, αλλά η όψη του δεν άλλαξε. Ακόμα κι ο Χούριν έσμιξε τα φρύδια όταν είδε τον Ματ.

Ο ήλιος ήταν ψηλά στον ουρανό τη δεύτερη μέρα, όταν η Βέριν ξαφνικά κάθισε πιο ίσια στη σέλα της και κοίταξε ολόγυρα. Ο Ίνγκταρ πλάι της τινάχτηκε.

Ο Ραντ δεν έβλεπε τίποτα διαφορετικό στο δάσος που τους κύκλωνε. Οι θάμνοι δεν ήταν πολύ πυκνοί· η ομάδα είχε βρει ένα εύκολο δρόμο κάτω από τα φυλλώματα των βαλανιδιών και των καρυδιών, των μαύρων μαστιχόδεντρων και των οξιών, που τα κάρφωναν εδώ κι εκεί ψηλά πεύκα και σημύδες, ή οι λευκοί, στενοί κορμοί των ιτιών. Όπως τους ακολούθησε, όμως, ένιωσε ξαφνικά μια παγωνιά να περνά από μέσα του, σαν να ’χει πηδήξει σε λιμνούλα του Νεροδάσους το χειμώνα. Άστραψε μέσα του και χάθηκε, αφήνοντας πίσω της μια αναζωογονητική αίσθηση. Και υπήρχε, επίσης, μια μουντή και απόμακρη αίσθηση απώλειας, αν και δεν μπορούσε να φανταστεί ποιου πράγματος.

Όλοι οι καβαλάρηδες, όταν έφταναν σε κείνο το σημείο, τινάζονταν, ή άφηναν κάποια φωνή. Ο Χούριν έμεινε με το στόμα ανοιχτό, και ο Ούνο ψιθύρισε, «Που να καεί το καμένο το...» Και ύστερα κούνησε το κεφάλι του, σαν να μην του ερχόταν στο νου τι άλλο να πει. Στα κίτρινα μάτια του Πέριν υπήρχε ένα βλέμμα, σαν να αναγνώριζε κάτι.

Ο Λόιαλ πήρε μια βαθιά, αργή ανάσα, και την άφησε να βγει. «Νιώθεις... ωραία... όταν ξαναγυρνάς στο στέντιγκ».

Ο Ραντ έσμιξε τα φρύδια και κοίταξε τριγύρω του. Περίμενε ότι το στέντιγκ θα είχε κάτι αλλιώτικο, αλλά, με εξαίρεση εκείνη την ψύχρα, το δάσος ήταν παρόμοιο με εκείνο στο οποίο μέσα του κάλπαζαν όλη τη μέρα. Υπήρχε, φυσικά, η ξαφνική αίσθηση της ξεκούρασης. Και μετά μια Ογκιρανή βγήκε πίσω από μια βαλανιδιά.