Ήταν πιο κοντή από τον Λόιαλ —αυτό σήμαινε ότι ξεπερνούσε δυο κεφάλια τον Ραντ— αλλά με την ίδια πλατιά μύτη και τα μεγάλα μάπα, με το ίδιο φαρδύ στόμα και τα φουντωτά αυτιά. Τα φρύδια της όμως δεν ήταν τόσο μακριά όσο του Λόιαλ, τα χαρακτηριστικά της έμοιαζαν λεπτεπίλεπτα πλάι στα δικά του, και οι τούφες των αυτιών της πιο καλοσχηματισμένες. Φορούσε ίνα μακρύ πράσινο φόρεμα και πράσινο μανδύα με κεντημένα λουλούδια, και κρατούσε ένα ματσάκι με μπουμπούκια από ασημοκαμπανούλες, σαν να τα είχε μόλις μαζέψει. Τους κοίταζε γαλήνια, περιμένοντας.
Ο Λόιαλ κατέβηκε από το ψηλό άτι του και έσπευσε να υποκλιθεί. Ο Ραντ και οι άλλοι τον μιμήθηκαν, αν και όχι τόσο γρήγορα· ακόμα και η Βέριν έγειρε το κεφάλι. Ο Λόιαλ τους παρουσίασε με επισημότητα, δεν είπε όμως ποιο ήταν το δικό του στέντιγκ.
Για μια στιγμή, η Ογκιρανή κοπέλα —ο Ραντ ένιωθε βέβαιος πως δεν ήταν μεγαλύτερη από τον Λόιαλ— τους περιεργάστηκε, και μετά χαμογέλασε. «Καλωσορίσατε στο Στέντιγκ Τσόφου». Η φωνή της ήταν κι αυτή μια πιο απαλή εκδοχή της φωνής του Λόιαλ· ο πιο λεπτός βόμβος μιας μικρότερης αγριομέλισσας. «Είμαι η Έριθ, κόρη της Ίβας, της κόρης της Άλαρ. Καλωσορίσατε. Είναι λίγοι οι άνθρωποι που μας επισκέπτονται από τότε που έφυγαν οι λιθοξόοι από την Καιρχίν, και τώρα ήρθαν τόσοι μονομιάς. Είχαμε βέβαια και μερικούς Ταξιδιώτες, αλλά, φυσικά, αυτοί έφυγαν όταν... Α, μ’ έπιασε φλυαρία. Θα σας πάω στους Πρεσβύτερους. Μόνο...» Έψαξε με το βλέμμα ανάμεσα τους να βρει αυτόν που ήταν επικεφαλής, και κατάληξε στη Βέριν. «Άες Σεντάι, έχεις τόσους άνδρες μαζί σου, και μάλιστα οπλισμένους. Θα μπορούσες σε παρακαλώ να αφήσεις μερικούς απ’ αυτούς Έξω; Συγχώρεσέ με, αλλά υπάρχει αναστάτωση, όταν είναι πολλοί ένοπλοι μαζί μέσα στο στέντιγκ».
«Φυσικά, Έριθ», είπε η Βέριν. «Ίνγκταρ, θα το φροντίσεις;»
Ο Ίνγκταρ έδωσε εντολές στον Ούνο, κι έτσι οι μόνοι Σιναρανοί που ακολούθησαν την Έριθ στα βάθη του στέντιγκ ήταν αυτός και ο Χούριν.
Ο Ραντ, τραβώντας από το χαλινάρι το άλογό του όπως και οι άλλοι, κοίταξε τον Λόιαλ να πλησιάζει, ρίχνοντας συχνές ματιές στην Έριθ, που ήταν μπροστά με τη Βέριν και τον Ίνγκταρ. Ο Χούριν περπατούσε λίγο πιο πίσω, κοιτάζοντας με θαυμασμό γύρω του, αν και ο Ραντ δεν καταλάβαινε τι έβλεπε ο άλλος. Ο Λόιαλ έσκυψε για να του μιλήσει χαμηλόφωνα. «Δεν είναι όμορφη, Ραντ; Και η φωνή της τραγουδά».
Ο Ματ έκανε ένα πνιχτό ήχο, αλλά, όταν ο Λόιαλ τον κοίταξε ερωτηματικά, του είπε, «Πολύ όμορφη, Λόιαλ. Ψηλή για τα δικά μου γούστα, καταλαβαίνεις, αλλά είμαι βέβαιος ότι είναι πολύ όμορφη».
Ο Λόιαλ έσμιξε τα φρύδια διστακτικά, αλλά ένευσε. «Και βέβαια είναι». Το πρόσωπο του έλαμψε. «Είναι ωραίο να ξαναγυρνάς σε στέντιγκ. Όχι ότι με είχε πιάσει η Λαχτάρα, ξέρετε».
«Η Λαχτάρα;» είπε ο Πέριν. «Δεν καταλαβαίνω, Λόιαλ».
«Εμείς οι Ογκιρανοί είμαστε στα στέντιγκ, Πέριν. Λέγεται ότι πριν το Τσάκισμα του Κόσμου μπορούσαμε να πηγαίνουμε όπου θέλαμε για όσο καιρό θέλαμε, σαν κι εσάς τους ανθρώπους, αλλά αυτό άλλαξε μετά το Τσάκισμα. Οι Ογκιρανοί σκόρπισαν σαν τους ανθρώπους και δεν ξανάβρισκαν τα στέντιγκ. Τα πάντα είχαν μετακινηθεί, τα πάντα είχαν αλλάξει. Βουνά, ποτάμια, ακόμα και οι θάλασσες».
«Όλοι ξέρουν για το Τσάκισμα», είπε ανυπόμονα ο Ματ. «Τι σχέση έχει μ’ αυτό — με τη Λαχτάρα;»
«Στη διάρκεια της Εξορίας, εκεί που περιπλανιόμασταν χαμένοι, πρωτονιώσαμε τη Λαχτάρα. Την επιθυμία να δούμε άλλη μια φορά τα στέντιγκ, να δούμε άλλη μια φορά τα σπίτια μας. Πολλοί πέθαναν απ’ αυτό». Ο Λόιαλ κούνησε θλιμμένα το κεφάλι. «Πέθαναν πιο πολλοί απ’ όσους έζησαν. Όταν τελικά αρχίσαμε πάλι να βρίσκουμε τα στέντιγκ, ένα-ένα, στα χρόνια του Συμφώνου των Δέκα Εθνών, μας φάνηκε ότι επιτέλους είχαμε καταπολεμήσει τη Λαχτάρα, αλλά μας είχε αλλάξει, είχε ριζώσει μέσα μας. Τώρα, αν ένας Ογκιρανός μείνει καιρό Έξω, νιώθει πάλι τη Λαχτάρα· αρχίζει να εξασθενίζει, και αν δεν επιστρέψει πεθαίνει».
«Χρειάζεται να περάσεις κάποιο διάστημα εδώ πέρα;» ρώτησε ο Ραντ με αγωνία, «Δεν είναι ανάγκη να σκοτωθείς για να έρθεις μαζί μας».
«Θα το καταλάβω όταν έρθει». Ο Λόιαλ γέλασε. «Θα αργήσει να δυναμώσει τόσο που να με βλάψει. Η Ντάλαρ πέρασε δέκα χρόνια κοντά στους Θαλασσινούς χωρίς να δει καν στέντιγκ και γύρισε σπίτι σώα και αβλαβής».
Μια Ογκιρανή βγήκε από τα δένδρα και κοντοστάθηκε για μια στιγμή να μιλήσει με την Έριθ και τη Βέριν, Κοίταξε τον Ίνγκταρ από πάνω ως κάτω και φάνηκε να τον απορρίπτει από την προσοχή της, κάτι που τον έκανε να ανοιγοκλείσει τα μάπα. Το βλέμμα της στάθηκε για μια στιγμή στον Λόιαλ, πέρασε γοργά από τον Χούριν και τα παιδιά από το Πεδίο του Έμοντ, και μετά η Ογκιρανή ξαναχάθηκε στο δάσος· ο Λόιαλ έμοιαζε σαν να προσπαθούσε να κρυφτεί πίσω από το άλογό του. «Εκτός αυτού», είπε, κρυφοκοιτάζοντας πάνω από τη σέλα του προς το μέρος που είχε χαθεί, «η ζωή στα στέντιγκ είναι βαρετή, αν τη συγκρίνεις με τα ταξίδια μαζί με τρεις τα’βίρεν».