«Αν είναι ν’ αρχίσεις τα ίδια», μουρμούρισε ο Ματ, και ο Λόιαλ μίλησε γοργά. «Με τρεις φίλους, λοιπόν. Ελπίζω να είστε φίλοι μου».
«Είμαι», είπε απλά ο Ραντ, και ο Πέριν ένευσε.
Ο Ματ γέλασε. «Πώς να μην είμαι φίλος με κάποιον που δεν ξέρει πώς να παίζει ζάρια;» Σήκωσε ψηλά τα χέρια όταν τον κοίταξαν ο Ραντ και ο Πέριν. «Άντε, καλά. Σε συμπαθώ, Λόιαλ. Είσαι φίλος μου. Μονάχα μην αρχίζεις να λες για... Ααα! Μερικές φορές είσαι χειρότερος κι από τον Ραντ» Η φωνή του έγινε μουρμουρητό. «Τουλάχιστον εδώ στο στέντιγκ είμαστε ασφαλείς».
Ο Ραντ έκανε μια γκριμάτσα. Ήξερε τι εννοούσε ο Ραντ. Εδώ στο στέντιγκ, που δεν μπορώ να διαβιβάσω.
Ο Πέριν χτύπησε απαλά με τη γροθιά του τον ώμο του Ματ, αλλά φάνηκε να μετανιώνει, όταν ο Ματ του έκανε μια γκριμάτσα με εκείνο το κάτισχνο πρόσωπο.
Ο Ραντ πρώτα κατάλαβε τη μουσική, αθέατα φλάουτα και βιολιά σ’ ένα χαρωπό σκοπό που ακουγόταν ανάμεσα στα δένδρα, και βαθιές φωνές που τραγουδούσαν και γελούσαν.
Σχεδόν την ίδια στιγμή κατάλαβε ότι η πελώρια μορφή που έβλεπε μέσα από τα δένδρα ήταν κι αυτή δένδρο, μ’ ένα κορμό γεμάτο ρυτίδες κι εξογκώματα, που θα πρέπει να έφτανε τις είκοσι απλωσιές. Έμεινε με το στόμα ανοιχτό και το βλέμμα του ανηφόρισε πέρα από τα φυλλώματα του δάσους, ως τα κλαριά του που απλώνονταν σαν γιγάντιο μανιτάρι εκατό απλωσιές πάνω από το έδαφος. Και πιο πέρα ήταν δένδρα ψηλότερα.
«Που να καώ», είπε με χαμηλή φωνή ο Ματ. «Μ’ ένα απ’ αυτά μπορείς να φτιάξεις δέκα σπίτια. Πενήντα».
«Να κόψεις Μεγάλο Δένδρο;» Ο Λόιαλ έδειξε σκανδαλισμένος και αρκετά θυμωμένος. Τα αυτιά του ήταν άκαμπτα κι ακίνητα, τα μακριά φρύδια του έπεφταν ως τα μάγουλά του. «Ποτέ δεν κόβουμε τα Μεγάλα Δένδρα, εκτός αν πεθάνει κάποιο, αλλά δεν πεθαίνουν σχεδόν ποτέ. Ελάχιστα επέζησαν από το Τσάκισμα του Κόσμου, αλλά κάποια από τα μεγαλύτερα ήταν φιντανάκια στην Εποχή των Θρύλων».
«Λυπάμαι», είπε ο Ματ. «Απλώς έλεγα πόσο μεγάλα είναι. Δεν θα πειράξω τα δέντρα σας». Ο Λόιαλ ένευσε, κατευνασμένος.
Κι άλλοι Ογκιρανοί εμφανίστηκαν να περπατούν ανάμεσα στα δένδρα. Οι πιο πολλοί έμοιαζαν προσηλωμένοι στη δουλειά τους· παρ’ όλο που όλοι κοίταζαν τους νεοφερμένους, και μερικοί ένευαν φιλικά, ή έκαναν μια μικρή υπόκλιση, ούτε σταματούσαν ούτε τους μιλούσαν. Είχαν μια παράξενη περπατησιά, ανακατεύοντας την προσοχή και την σκοπιμότητα με μια σχεδόν παιδική, ανέμελη ευφορία. Ήξεραν και τους άρεσε το στ ήταν και το ποιοι ήταν, και το πού ήταν, κι έμοιαζαν να νιώθουν γαλήνη απέναντι στον εαυτό τους και με τα πάντα γύρω τους. Ο Ραντ ένιωσε να τους ζηλεύει.
Λίγοι από τους Ογκιρανούς ήταν ψηλότεροι από τον Λόιαλ, αλλά ήταν εύκολο να καταλάβουν τους μεγαλύτερους· όλοι μα όλοι είχαν μουστάκια μακριά σαν τα κρεμάμενα φρύδια τους, και στενές γενειάδες. Οι νεότεροι ήταν καλοξυρισμένοι σαν τον Λόιαλ. Πολλοί άνδρες φορούσαν μόνο πουκάμισο και κρατούσαν φτυάρια και αξίνες, ή πριόνια και κουβάδες με πίσσα· οι άλλοι φορούσαν απλά πανωφόρια, που κούμπωναν στο λαιμό και φάρδαιναν στα γόνατά τους σαν κιλτ. Οι γυναίκες έμοιαζαν να προτιμούν κεντητά λουλούδια και πολλές είχαν περάσει λουλούδια στα μαλλιά. Οι νεαρές είχαν κεντημένα λουλούδια μόνο στους μανδύες, ενώ οι μεγαλύτερες είχαν επίσης κεντημένα φορέματα, και κάποιες γυναίκες με γκρίζα μαλλιά είχαν λουλούδια από το λαιμό ως το τελείωμα του φορέματος τους. Μερικές Ογκιρανές, γυναίκες και κοπέλες, έμοιαζαν να δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στον Λόιαλ· αυτός προχωρούσε με το βλέμμα ευθεία μπροστά, και τα αυτιά του τινάζονταν πιο δυνατά όσο πιο μέσα προχωρούσαν.
Ο Ραντ ξαφνιάστηκε, όταν είδε έναν Ογκιρανό να βγαίνει από το χώμα, από ένα από τα λοφάκια που ήταν σκεπασμένα με γρασίδι και αγριολούλουδα, που βρισκόταν σκορπισμένα πανιού ανάμεσα στα δέντρα. Έπειτα είδε παράθυρα στα λοφάκια, και σ’ ένα απ’ αυτά να στέκεται μια Ογκιρανή απλώνοντας ζύμη για πίτα, και κατάλαβε ότι έβλεπε τα σπίτια των Ογκιρανών. Τα πλαίσια των παραθύρων ήταν από πέτρα, αλλά όχι μόνο φαίνονταν σαν φυσικοί σχηματισμοί, αλλά έμοιαζαν να έχουν σμιλευτεί από τον αέρα και το νερό με το πέρασμα των γενεών.