Τα Μεγάλα Δένδρα, με τους ογκώδεις κορμούς και τις απλωμένες ρίζες τους που ήταν χοντρές παν σώμα αλόγου, χρειαζόταν πολύ χώρο το καθένα, αλλά μερικά φύτρωναν ακριβώς εκεί στο χωριό. Τα μονοπάτια συνέχιζαν, περνώντας πάνω από τις ρίζες με χωμάτινες ράμπες. Και μάλιστα, πέρα από τα μονοπάτια, ο μόνος τρόπος για να πει κανείς με μια ματιά αν ήταν σε χωριό ή σε δάσος, ήταν μια μεγάλη πλατεία στο κέντρο του χωριού, γύρω από κάτι που πρέπει να ήταν το κούτσουρο ενός Μεγάλου Δένδρου. Είχε πλάτος περίπου εκατό απλωσιές, η επιφάνειά του ήταν λειασμένη σαν πάτωμα σπιτιού και υπήρχαν σκαλισμένα σκαλιά σε αρκετά σημεία του. Ο Ραντ προσπαθούσε να φανταστεί πόσο ψηλό ήταν κάποτε το δένδρο, όταν μίλησε η Έριθ, αρκετά δυνατά για να ακουστεί από όλους.
«Τώρα έρχονται οι άλλοι καλεσμένοι μας».
Τρεις γυναίκες, άνθρωποι, ήρθαν από την άλλη πλευρά του πελώριου κούτσουρου. Η νεότερη κρατούσε μια ξύλινη γαβάθα.
«Αελίτισσες», είπε ο Ίνγκταρ. «Κόρες του Δόρατος. Καλά που άφησα τον Μασέμα πίσω». Αλλά όμως απομακρύνθηκε από τη Βέριν και την Έριθ, και άπλωσε το χέρι πάνω από τον ώμο του για να χαλαρώσει το σπαθί στη θήκη του.
Ο Ραντ μελέτησε τις Αελίτισσες με νευρικότητα και περιέργεια. Ήταν αυτό που τόσοι άνθρωποι του είχαν πει ότι ήταν και ο ίδιος. Δύο ήταν ώριμες γυναίκες, και η άλλη λίγο πιο μεγάλη από κοριτσάκι, αλλά και οι τρεις ήταν ψηλές για γυναίκες. Τα κοντοκομμένα μαλλιά τους ήταν από κοκκινοκάστανα μέχρι σχεδόν χρυσά, με μια στενή κοτσίδα πίσω, αφημένη να κρέμεται ως τον ώμο. Φορούσαν φαρδιά παντελόνια, που χώνονταν σε μαλακές μπότες, και τα ρούχα τους ήταν όλα σε αποχρώσεις του καφέ, του γκρίζου ή του πράσινου· ο Ραντ σκέφτηκε ότι ήταν σχεδόν εξίσου καλά με τους μανδύες των Προμάχων για να κρύβονται σε βράχια ή βλάστηση. Πάνω από τους ώμους τους ξεπρόβαλλαν κοντά τόξα, φαρέτρες και μακριά μαχαίρια κρέμονταν από τις ζώνες τους, και κρατούσαν μικρές, στρογγυλές ασπίδες με δερμάτινη επένδυση και δέσμες δοράτων με κοντά σώματα και μακριές αιχμές. Ακόμα και η νεότερη κινιόταν με χάρη, που έδειχνε ότι ήξερε να χρησιμοποιήσει τα όπλα που έφερε.
Ξαφνικά, οι γυναίκες αντελήφθηκαν τους άλλους ανθρώπους· έδειξαν να τις ξαφνιάζει το γεγονός ότι είχαν ξαφνιαστεί, όσο και η θέα του Ραντ και των άλλων, αλλά οι κινήσεις τους Θύμιζαν αστραπή. Η νεότερη φώναζε, «Σιναρανοί!» και γύρισε για να ακουμπήσει προσεκτικά τη γαβάθα πίσω της. Οι άλλες δύο ύψωσαν γρήγορα καφέ μαντήλια, που ήταν γύρω από τους ώμους τους, και τα τύλιξαν γύρω από τα κεφάλια τους. Οι μεγαλύτερες ύψωσαν μαύρα πέπλα στα πρόσωπά τους, αφήνοντας μόνο τα μάπα ακάλυπτα, και η νεαρή σηκώθηκε και τις μιμήθηκε. Μισοσκυμμένες, προχώρησαν με μετρημένο ρυθμό, κρατώντας προς τα μπρος τις ασπίδες μαζί με τις δέσμες των δοράτων, ενώ το άλλο χέρι κρατούσε ένα από τα δόρατα.
Ο Ίνγκταρ ξεθηκάρωσε το σπαθί του. «Κάνε στην άκρη, Άες Σεντάι. Έριθ, κάνε στην άκρη». Ο Χούριν έβγαλε το σπαθοσπάστη του, βρέθηκε σε δίλημμα ανάμεσα στο ρόπαλο και στο σπαθί του· ρίχνοντας άλλη μια ματιά στα δόρατα των Αελιτισσών, διάλεξε το σπαθί.
«Δεν πρέπει», είπε η Ογκιρανή. Τρίβοντας τα χέρια, κοίταζε πότε τον Ίνγκταρ και πότε τις Αελίτισσες. «Δεν πρέπει».
Ο Ραντ συνειδητοποίησε ότι κρατούσε στα χέρια τη λεπίδα με το σήμα του ερωδιού. Ο Πέριν είχε μισοτραβήξει τον πέλεκυ από τη Θηλιά της ζώνης του και δίσταζε, κουνώντας το κεφάλι.
«Τρελαθήκατε;» είπε με έντονο ύφος ο Ματ. Το τόξο του ήταν ακόμα στη ράχη του. «Δεν με νοιάζει αν είναι Αελίτισσες, είναι γυναίκες».
«Σταματήστε το!» φώναζε η Βέριν. «Σταματήστε αμέσως!» Οι Αελίτισσες δεν έπαψαν να προχωρούν, και η Άες Σεντάι έσφιξε συγχυσμένη τις γροθιές της.
Ο Ματ έκανε πίσω κι έβαλε το πόδι στον αναβολέα. «Φεύγω», ανακοίνωσε. «Μ’ ακούσατε; Φεύγω. Δεν θα μείνω εδώ να με τρυπήσουν μ’ αυτά που κρατούν, και δεν θέλω να ρίξω βέλος σε γυναίκα!»
«Το Σύμφωνο!» φώναξε ο Λόιαλ. «Θυμηθείτε το Σύμφωνο!» Ούτε κι αυτό έφερε αποτέλεσμα, όπως οι συνεχιζόμενες ικεσίες της Βέριν και της Έριθ.
Ο Ραντ πρόσεξε ότι και η Άες Σεντάι και η Ογκιρανή απέφευγαν να μπουν στο δρόμο των Αελιτισσών. Αναρωτήθηκε μήπως ο Ματ είχε δίκιο. Δεν ήξερε αν μπορούσε να κάνει κακό σε γυναίκα, ακόμα κι αν προσπαθούσε να τον σκοτώσει. Αυτό που τον έκανε να αποφασίσει ήταν η σκέψη ότι ακόμα κι αν κατάφερνε να φτάσει στη σέλα του Κοκκινοτρίχη, οι Αελίτισσες τώρα απείχαν μόνο τριάντα απλωσιές. Υποψιαζόταν πως μπορούσαν γα πετάξουν αυτά τα κοντά δόρατα από αυτή την απόσταση. Καθώς οι γυναίκες πλησίαζαν, ακόμα μισοσκυμμένες, με τα δόρατα έτοιμα, σταμάτησε να ανησυχεί μήπως τους έκανε κακό και άρχισε να ανησυχεί μήπως του έκαναν αυτές κακό.
Αναζήτησε νευρικά το κενό, κι αυτό ήλθε. Και απ’ έξω έμεινε η μακρινή σκέψη ότι τώρα ήταν μονάχα το κενό. Η λάμψη του σαϊντίν δεν ήταν εκεί. Η αδειανοσύνη ήταν πιο άδεια απ’ όσο τη θυμόταν ποτέ, αχανής, σαν πείνα, τόσο μεγάλη που μπορούσε να τον πνίξει. Πείνα για κάτι παραπάνω· έπρεπε να υπάρχει κάτι παραπάνω.