Ξαφνικά ένας Ογκιρανός μπήκε ανάμεσα στις δύο ομάδες, με τη στενή γενειάδα του να τρέμει. «Τι σημαίνουν αυτά; Κατεβάστε τα όπλα σας!» Φαινόταν σκανδαλισμένος. «Για σας» —η άγρια ματιά του άγγιξε τον Ίνγκταρ και τον Χούριν, τον Ραντ και τον Πέριν, και δεν λυπήθηκε τον Ματ, παρά τα άδεια χέρια του— «υπάρχει κάποια δικαιολογία, αλλά για σας —» Γύρισε κατά τις Αελίτισσες, οι οποίες είχαν σταματήσει να προελαύνουν. «Ξεχάσατε το Σύμφωνο;»
Οι γυναίκες ξεσκέπασαν τα κεφάλια και τα πρόσωπά τους, με τόση βιάση, που ήταν σαν να ήθελαν να υποκριθούν ότι δεν τα είχαν καλύψει ποτέ. Το πρόσωπο της κοπελίτσας ήταν κατακόκκινο και οι άλλες γυναίκες έδειχναν ντροπή. Μια από τις μεγαλύτερες, εκείνη με τα κοκκινωπά μαλλιά, είπε, «Συγχώρεσέ μας, Δενδραδελφέ. Θυμόμαστε το Σύμφωνο, και δεν θα γυμνώναμε ατσάλι, αλλά είμαστε στη χώρα των Δενδροφονιάδων, όπου όλα τα χέρια στρέφονται εναντίον μας, και είδαμε οπλισμένους άνδρες». Ο Ραντ είδε ότι τα μάτια της ήταν γκρίζα, σαν τα δικά του.
«Βρίσκεσαι σε στέντιγκ, Ριάν», είπε καλοσυνάτα ο Ογκιρανός. «Μέσα στα στέντιγκ όλοι είναι ασφαλείς, μικρή αδελφή. Εδώ κανείς δεν πολεμά, κανένας δεν σηκώνει χέρι σ’ άλλον». Εκείνη ένευσε, ντροπιασμένη, και ο Ογκιρανός κοίταζε τον Ίνγκταρ και τους άλλους.
Ο Ίνγκταρ έβαλε το σπαθί στη θήκη, το ίδιο και ο Ραντ, αν και όχι τόσο γρήγορα όσο ο Χούριν, ο οποίος έμοιαζε αμήχανος σχεδόν όσο και οι Αελίτισσες. Ο Πέριν δεν είχε βγάλει καθόλου ολόκληρο τον πέλεκύ του. Καθώς έπαιρνε το χέρι από τη λαβή, ο Ραντ άφησε το κενό να φύγει, κι ανατρίχιασε. Το κενό χάθηκε, αλλά άφησε πίσω να αργοσβήνει την ηχώ της αδειανοσύνης γύρω από τον Ραντ, και την επιθυμία να τη γεμίσει κάτι.
Ο Ογκιρανός στράφηκε στη Βέριν και υποκλίθηκε. «Άες Σεντάι, είμαι ο Τζούιν, γιος του Λέισελ, του γιου του Λωντ. Ήρθα να σε πάω στους Πρεσβύτερους. Θέλουν να μάθουν γιατί έρχεται σε μιας μια Άες Σεντάι με οπλισμένους άνδρες και έναν δικό μας νεαρό». Ο Λόιαλ καμπούριασε τους ώμους, σαν να πάσχιζε να εξαφανιστεί.
Η Βέριν κοίταξε με λύπη τις Αελίτισσες, σαν να ήθελε να μιλήσει μαζί τους, και μετά έκανε νόημα στον Τζούιν να την οδηγήσει, και αυτός ξεκίνησε χωρίς να πει άλλη λέξη, χωρίς να κοιτάξει καθόλου τον Λόιαλ.
Για μερικές στιγμές, ο Ραντ και οι άλλοι στάθηκαν αντίκρυ στις Αελίτισσες με κάποια ανησυχία. Ο Ραντ τουλάχιστον ήξερε ότι ένιωθε ανησυχία. Ο Ίνγκταρ έμοιαζε ατάραχος σαν βράχος, με την ανάλογη έκφραση. Οι Αελίτισσες μπορεί να είχαν αποκαλύψει τα πρόσωπά τους, αλλά ακόμα κρατούσαν τα δόρατα και μελετούσαν τους τέσσερις άνδρες σαν να ήθελαν να δουν μέσα τους. Κι έριχναν ολοένα πιο θυμωμένες ματιές στον Ραντ. Άκουσε τη νεαρή να μουρμουρίζει, «Φοράει σπαθί», με τόνο φρίκης ανάμικτης με περιφρόνηση. Ύστερα οι τρεις έφυγαν, με μια σύντομη στάση για να πάρουν την ξύλινη γαβάθα, κοιτάζοντας πάνω από τους ώμους τους τον Ραντ και τους άλλους, ώσπου χάθηκαν ανάμεσα στα δένδρα.
«Κόρες του Δόρατος», μουρμούρισε ο Ίνγκταρ. «Ποτέ δεν είχα φανταστεί ότι θα σταματούσαν από τη στιγμή που θα κάλυπταν τα πρόσωπά τους. Τουλάχιστον όχι με μερικές λέξεις». Κοίταξε τον Ραντ και τους δυο φίλους του. «Πρέπει να δείτε εφόρμηση από Κόκκινες Ασπίδες ή Πέτρινα Σκυλιά. Πιο εύκολο να σταματήσεις κατολίσθηση».
«Λεν θα παραβίαζαν το Σύμφωνο από τη στιγμή που τους το θύμισαν», είπε η Έριθ χαμογελώντας. «Ήρθαν για τραγουδισμένο ξύλο». Μια νότα περηφάνιας φάνηκε στη φωνή της. «Έχουμε δυο Δενδροτραγουδιστές στο Στέντιγκ Τσόφου. Τώρα είναι πολύ σπάνιοι. Άκουσα ότι το Στέντιγκ Σανγκτάι έχει έναν νεαρό Δενδροτραγουδιστή, που είναι πολύ ταλαντούχος, αλλά εμείς έχουμε δύο». Ο Λόιαλ κοκκίνισε, αλλά αυτή δεν φάνηκε να το προσέχει. «Αν έρθετε μαζί μου, θα σας δείξω πού να περιμένετε μέχρι να μιλήσουν οι Πρεσβύτεροι».
Καθώς την ακολουθούσαν, ο Πέριν μουρμούρισε, «Ποιο τραγουδισμένο ξύλο, μα το αριστερό μου πόδι. Αυτές οι Αελίτισσες ψάχνουν για Εκείνον που Έρχεται με την Αυγή».
Και ο Ματ πρόσθεσε ξερά, «Ψάχνουν για σένα, Ραντ».
«Για μένα! Αυτό είναι τρέλα. Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι—»
Σταμάτησε, καθώς η Έριθ τους είχε βγάλει στα σκαλιά ενός σπιτιού καλυμμένου από αγριολούλουδα, που προφανώς το κρατούσαν για τους καλεσμένους. Τα δωμάτια είχαν άνοιγμα είκοσι απλωσιών και πέτρινους τοίχους, με βαμμένα ταβάνια ύψους δύο απλωσιών, αλλά οι Ογκιρανοί είχαν βάλει τα δυνατά τους για να κάνουν ένα μέρος στο οποίο οι άνθρωποι θα ένιωθαν βολικά. Ακόμα κι έτσι, τα έπιπλα ήταν κάπως μεγάλα για να πει κανείς ότι ήταν άνετα, οι καρέκλες τόσο ψηλές, που τα πόδια θα κρέμονταν χωρίς να φτάνουν στο πάτωμα, το τραπέζι πιο ψηλό από τη μέση του Ραντ. Ο Χούριν δεν θα χρειαζόταν να σκύψει για να μπει στο τζάκι, το οποίο έμοιαζε να το έχει σμιλέψει ο καιρός και όχι χέρια τεχνίτη. Η Έριθ κοίταξε τον Λόιαλ με αμφιβολία, αλλά εκείνος κούνησε το χέρι για να διαλύσει την ανησυχία της και τράβηξε μια καρέκλα στη γωνιά, που δεν καλοφαινόταν από την πόρτα.