«Το αγόρι δεν έχει λόγο σ’ αυτό;» ρώτησε ο Ματ χωρίς να πιστεύει στ’ αυτιά του.
«Καθόλου. Οι γυναίκες πάντα λένε ότι, αν το άφηναν πάνω μας, θα περνούσαμε τη ζωή μας παντρεμένοι με τα δέντρα». Ο Λόιαλ ανακάθισε, κάνοντας μια γκριμάτσα. «Οι μισοί γάμοι γίνονται ανάμεσα σε διαφορετικά στέντιγκ· ομάδες νεαρών Ογκιρανών κάνουν επισκέψεις από στέντιγκ σε στέντιγκ, για να δουν και φανούν. Αν ανακαλυφθεί ότι είμαι Έξω δίχως άδεια, οι Πρεσβύτεροι σχεδόν σίγουρα θα αποφασίσουν ότι χρειάζομαι σύζυγο για να με νοικοκυρέψει. Πριν το πάρω χαμπάρι, θα έχουν στείλει μήνυμα στο Στέντιγκ Σανγκτάι, στη μητέρα μου, κι αυτή θα έρθει και θα με παντρέψει πριν τινάξει τη σκόνη από το ταξίδι. Πάντα έλεγε ότι είμαι φουριόζος και χρειάζομαι σύζυγο. Νομίζω ότι έψαχνε να μου βρει, όταν έφυγα. Όποια γυναίκα και να διαλέξει για μένα... ε, όποια κι αν είναι η σύζυγός μου, δεν δα με αφήσει να ξαναβγώ έξω παρά μόνο όταν γκριζάρουν τα μαλλιά μου. Οι γυναίκες λένε ότι δεν θα έπρεπε να επιτρέπεται σε κανέναν άνδρα να βγαίνει Έξω, παρά μόνο αν έχει κατα σταλάξει και μπορεί να κρατά την ψυχραιμία του».
Ο Ματ γέλασε τρανταχτά, τόσο που όλοι γύρισαν να τον κοιτάξουν, αλλά, όταν ο Λόιαλ του έκανε απελπισμένα νόημα, χαμήλωσε τη φωνή του. «Σε μας, οι άνδρες διαλέγουν, και η γυναίκα δεν μπορεί να εμποδίσει τον άνδρα της να κάνει αυτό που θέλει».
Ο Ραντ έσμιξε τα φρύδια, καθώς θυμόταν τότε που η Εγκουέν είχε αρχίσει να τον ακολουθεί πανιού, όταν ήταν παιδιά. Τότε είχε αρχίσει η Κυρά αλ’Βερ να του δίνει ιδιαίτερη προσοχή, περισσότερη απ’ όση έδειχνε στα άλλα αγόρια. Αργότερα, μερικά κορίτσια χόρευαν μαζί του στις γιορτές, και μερικά όχι, κι εκείνα που χόρευαν ήταν πάντα φίλες της Εγκουέν, ενώ τα άλλα ήταν κορίτσια που η Εγκουέν δεν συμπαθούσε. Επίσης, αν θυμόταν καλά, η Κυρά αλ’Βερ είχε πάρει τον Ταμ κατά μέρος –Και μουρμούριζε ότι ο Ταμ δεν είχε γυναίκα να της μιλήσει!— και από κει και μετά, ο Ταμ και όλοι έκαναν σαν να ήταν λογοδοσμένοι ο Ραντ και η Εγκουέν, αν και δεν είχαν γονατίσει μπροστά στον Κύκλο των Γυναικών για να πουν τα λόγια. Δεν το είχε ξανασκεφτεί μ’ αυτό τον τρόπο· τα πράγματα ανάμεσα σ’ αυτόν και στην Εγκουέν απλώς έμοιαζαν να είναι όπως ήταν, και δεν υπήρχε τίποτα παραπάνω.
«Νομίζω ότι το κάνουμε με τον ίδιο τρόπο», μουρμούρισε και, όταν ο Ματ γέλασε, πρόσθεσε, «Θυμάσαι τον πατέρα σου να κάνει ποτέ κάτι που η μητέρα σου πραγματικά δεν ήθελε;» Ο Ματ άνοιξε το στόμα του χαμογελώντας, και μετά έσμιξε σκεφτικά τα φρύδια και το ξανάκλεισε.
Ο Τζούιν κατέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά. «Θα είχατε την καλοσύνη να έρθετε όλοι μαζί μου; Οι Πρεσβύτεροι θέλουν να σας δουν». Δεν κοίταξε τον Λόιαλ, αλλά εκείνου παραλίγο Θα του έπεφτε το βιβλίο.
«Αν οι Πρεσβύτεροι προσπαθήσουν να σε κρατήσουν», είπε ο Ραντ, «θα πούμε ότι σε χρειαζόμαστε μαζί μας».
«Πάω στοίχημα ότι αυτό δεν αφορά καθόλου εσένα», είπε ο Ματ. «Πάω στοίχημα ότι το μόνο που θα πουν είναι ότι μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την Πύλη». Κούνησε δυνατά το κεφάλι και η φωνή του χαμήλωσε κι άλλο. «Στ’ αλήθεια πρέπει να το κάνουμε, ε». Δεν ήταν ερώτηση.
«Μείνε και παντρέψου, ή ταξίδεψε στις Οδούς». Ο Λόιαλ έκανε μια πικρή γκριμάτσα. «Η ζωή είναι γεμάτη αναστάτωση, όταν έχεις φίλους τα’βίρεν».
36
Μπροστά στους Πρεσβύτερους
Καθώς ο Τζούιν τους οδηγούσε μέσα στο χωριό των Ογκιρανών, ο Ραντ είδε ότι τον Λόιαλ τον έπιανε όλο και μεγαλύτερη ταραχή. Τα αυτιά του ήταν άκαμπτα σαν την πλάτη του· τα μάτια του γούρλωναν ακόμα περισσότερο κάθε φορά που τον κοίταζε κάποιος Ογκιρανός, ειδικά αν ήταν γυναίκα ή κοπέλα, και πολλές έδειχναν πράγματι να τον προσέχουν. Έμοιαζε σαν να περίμενε την ίδια του την εκτέλεση.
Ο γενειοφόρος Ογκιρανός τους έδειξε φαρδιά σκαλοπάτια, που κατηφόριζαν προς ένα χλοερό λοφάκι που ήταν μεγαλύτερο από όλα τα άλλα· ήταν σωστός λόφος, σχεδόν στη ρίζα ενός από τα Μεγάλα Δένδρα.
«Γιατί δεν περιμένεις εδώ, Λόιαλ;» είπε ο Ραντ.
«Οι Πρεσβύτεροι—» άρχισε να λέει ο Τζούιν.
«–μάλλον θέλουν απλώς να δουν εμάς τους υπόλοιπους», συμπλήρωσε γι’ αυτόν ο Ραντ.
«Γιατί δεν τον αφήνουν ήσυχο», πρόσθεσε ο Ματ.
Ο Λόιαλ ένευσε ζωηρά. «Ναι. Ναι, νομίζω...» Μερικές Ογκιρανές γυναίκες τον παρακολουθούσαν, από ασπρομάλλες γιαγιάδες μέχρι κόρες στην ηλικία της Έριθ, μια ομάδα που μιλούσαν μεταξύ τους, αλλά είχαν τα μάτια τους πάνω του. Τα αυτιά του τινάχτηκαν, αλλά κοίταζε τη φαρδιά πόρτα στην οποία κατέληγαν τα πέτρινα σκαλιά και ένευσε ξανά. «Ναι, θα καθίσω εδώ έξω και θα διαβάσω. Αυτό είναι. Θα διαβάσω». Έψαξε στην τσέπη του πανωφοριού του κι έβγαλε ένα βιβλίο. Βολεύτηκε στο λοφίσκο πλάι στα σκαλιά, με το βιβλίο να φαίνεται μικρό στα χέρια του, και κάρφωσε το βλέμμα στις σελίδες. «Απλώς θα καθίσω εδώ και θα διαβάζω μέχρι να ξαναβγείτε». Τα αυτιά του τινάζονταν, σαν να ένιωθε τα βλέμματα των γυναικών.